Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗ, ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ:
http://yannisritsos.gr/

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Αναμετάδοση

Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του - τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος

Όταν "συναντιούνται" οι ποιητές
Γιάννης Ρίτσος - Κωνσταντίνος Καβάφης - Μαρία Πολυδούρη

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί το συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι
εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του –
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος.»
Γιάννη Ρίτσου, Ο χώρος του ποιητή, από τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη
Ο Καβάφης πέθανε στις 29 Απριλίου 1933.

Στις 29 Απριλίου του 1930 πεθαίνει η Μαρία Πολυδούρη, σε ηλικία 28 χρονών.

...Αστραποβολούσε από ομορφιά, γλιστρούσε σα φως, τραγουδούσε μαγευτικά, και σε καθήλωνε όσο μιλούσε, καθώς η φωνή της διατηρούσε τη μελωδικότητα μιας σβήνουσας νότας. Οι τέλειες γραμμές του προσώπου της καταλήγανε σ' ένα μεγάλο φωτεινό μέτωπο και στον πιο ωραίο, τον πιο εκφραστικό λαιμό. Τα χέρια της τελειώνανε σε ολόλευκα και ήρεμα μακριά δάχτυλα. Το βάδισμά της δεν το άκουες. Δεν ήξερε το θόρυβο. Και τα χείλη της είχανεμια ανάγλυφη προέχταση, πάντα διψασμένη. Ένας παναισθησιακός τύπος, να τι ήταν η Μαρία Πολυδούρη. Αγαπούσε όλα τα στοιχεία, όλες τις εκδηλώσεις της ζωής από τις πιο χαρούμενες και θορυβώδεις ως τις πιο μυστικιστικές κι ανείπωτες.(....) Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή.
Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της που 'ναι ακατάλυτες. Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχομε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει. Μα έτσι ή αλλιώς ζει όμορφα. Γιατί η ζωή της Πολυδούρη έχει τον ίδιο λυρισμό και το ίδιο πάθος που έχει και η ποίησή της. Και η ποίησή της πάλι, έχει τη σφραγίδα της ανυποταξίας ή αν θέλετε, της αναρχικότητας που 'χει η ζωή της. Και δραπετεύει από τη ζωή με την ίδια γενναιότητα που ζει. (.....)
Με τον Καρυωτάτη γνωρίζεται τον Απρίλη του 1922. Αυτός ο νέος που τίποτα δεν του αρέσει, θα συνεννοηθεί τέλεια μ' αυτήν την άπληστη που τίποτα δεν τη χορταίνει.
video
(....) Αλλά αν ο Καρυωτάκης πιστεύει πως η θέση του είναι στο πεθαμένο του βασίλειο, η Πολυδούρη αντίθετα θα επιμείνει με μια λυσσασμένη μανία για έναν κόσμο που δεν μπορεί παρά να 'ρθει, αφού υπάρχει κιόλας μέσα της. Και πιστεύει, πολύ σωστά, πως για να γίνει ένα σύνολο, μια κοινωνία και γενικά ένας κόσμος καλύτερος, πρέπει να ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας. Πώς να μην συγκλονιστεί λοιπόν ο Καρυωτάκης - που γεννήθηκε νικημένος - από μια γυναίκα που 'βαλε σε δοκιμασία την υποκρισία, τη βλακεία και την ανηθικότητα της εποχής της με μόνη τη λεβεντιά της να 'ναι ειλικρινής και γνήσια;
(Λιλή Ζωγράφου, Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Παπαζήση)
Στη Σωτηρία, το 1928, γνωρίζεται λίγο με το Ρίτσο και του αφιερώνει το ποίημα «Θυσία».

Δεν υπάρχουν σχόλια: