Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗ, ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ:
http://yannisritsos.gr/
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Αναμετάδοση

Σε ποιον τελικά ανήκει ο Ρίτσος;

Υπό αυτό τον τίτλο, το σημερινό «Βήμα» δημοσιεύει ένα εξαιρετικό άρθρο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη. Το αναδημοσιεύω εδώ, ελπίζοντας ότι έχω την άδειά του:

«Το ΚΚΕ τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γ. Ρίτσου, προβάλλοντας πλατιά στο λαό και στη νεολαία την ανεκτίμητη προσφορά, με την Τέχνη του, στο λαϊκό κίνημα, συνυφασμένη με την αγωνιστική στάση ζωής. Αυτή η όσμωση είναι που αναβλύζει (sic) την τεράστια αφυπνιστική δύναμη του έργου του, που συνεγείρει σμιλεύοντας την εργατική συνείδηση ως την αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης». Με αυτά τα ανελλήνιστα και χωρίς νόημα ελληνικά ανοίγει το Αφιέρωμά του ο «Ριζοσπάστης» (3/5/09) για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. Ομως, για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, όταν θέλουμε να δείξουμε τιμή και σεβασμό στον Ρίτσο (και σε κάθε ποιητή μας) που είχε ως κύριο, για να μην πω μοναδικό όπλο του τον απλό και συνάμα μουσικό, ευγενικό και πολύτροπο ελληνικό λόγο του, τότε καλό είναι, τουλάχιστον, να μην αναφερόμαστε στο έργο του με γλώσσα βάρβαρη και άξεστη.

Εν πάση περιπτώσει, καλώς έπραξε το ΚΚΕ (το όφειλε άλλωστε) να τιμήσει τον ποιητή και πολίτη Ρίτσο που όχι μόνο ύμνησε τους μεγάλους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού, αλλά έλαβε και ο ίδιος μέρος πάντα στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο αυτή η «τιμή» που οι συντάκτες του Αφιερώματος απέδωσαν τελικά στον ποιητή καθόλου δεν είναι η οφειλόμενη και η δίκαιη. Οχι μόνο για την αθλιότητα των ελληνικών τους, ούτε επειδή πουθενά δεν θίγουν με σοβαρότητα και δεν στοχάζονται τα μεγάλα θέματα του εκτενούς και απείθαρχου έργου του Ρίτσου (θέματα ποιητικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ηθικά, ερωτικά, προσωπικά, υπαρξιακά κ.λπ.) αλλά κυρίως επειδή, για άλλη μια φορά, χρησιμοποιούν τον ποιητή σαν δήθεν «σπλάχνο των σπλάχνων» τους για να διαδώσουν την «αλήθεια» τους και να διασαλπίσουν μια «τίμια αντεπίθεση» ενάντια σε όσους «κακοποιούν», «βεβηλώνουν», «διαστρεβλώνουν», «παραμορφώνουν» το έργο του. «Εκατοντάδες σελίδες», αποφαίνεται το Αφιέρωμα, «σοβαροφανών αναλύσεων γράφτηκαν αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο ξένες προς τη σκέψη του ποιητή και τόσο ανάξιες του διαμετρήματός του, ώστε να αποτελούν κυριολεκτικά βεβήλωση».

Δυστυχώς αυτοί οι «ορθόδοξοι» εκτιμητές και ανατόμοι του έργου του Ρίτσου ούτε ονόματα των «σοβαροφανών» και «βέβηλων» μάς δίνουν, ούτε (το χειρότερο) μας προσφέρουν μια στοιχειώδη βιβλιογραφία του γούστου και της έγκρισής τους, έτσι, να φωτιστούμε κι εμείς. Αντίθετα, όπως συνήθως γίνεται σε αυτού του είδους τις καταγγελίες, αναφέρονται γενικά και αόριστα άνθρωποι «με πανεπιστημιακές, συγγραφικές αλλά και αριστερές περγαμηνές, ορισμένοι από τους οποίους είχαν την τύχη να συνεργαστούν με τον ποιητή»(!). Κοντολογίς δηλαδή και με βάση την ατσάλινη λογική του συντάκτη αυτού του κειμένου, κάποιοι από τους βέβηλους, θρασύδειλους παραχαράκτες και σοβαροφανείς αναλυτές «συνεργάστηκαν» με τον ποιητή. Αλλά τότε και ο ποιητής «συνεργάστηκε» με αυτά τα υποκείμενα, πράγμα που σημαίνει, σύντροφοι, πως και ο ποιητής δεν είναι εντελώς αθώος... Ετσι δεν είναι;

Προφανώς και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτού του τύπου τη λογική. Δεν χρειάζεται να «πούμε περισσότερα. Καταλαβαινόμαστε...». Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται για κάθε τίμιο αναγνώστη αυτού του Αφιερώματος είναι το εξής. Αλήθεια, αυτή είναι όντως η «σκέψη» και το «διαμέτρημα» του Ρίτσου, όπως θέλουν να μας δείξουν οι συντάκτες του; Οτι λ.χ. η Σονάτα δεν περιέχει και «στοιχεία αυτοεξομολόγησης», δεν είναι και « υπαρξιακό ποίημα με κυρίαρχα τα μοτίβα της φθοράς και του θανάτου» αλλά είναι σκέτα ένα ποίημα «αντινομιών» που ο Ρίτσος τις κάνει «να ξεπερνιούνται και να λύνονται στο υψηλό επίπεδο των θέσεων του διαλεκτικού υλισμού»; Γιατί αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε και οι λοιπές μεγάλες, όμορες και συγγενείς συνθέσεις της ΤέταρτηςΔιάστασης μαζί και η Ελένη (κυρίως αυτή) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απελπισμένη προσπάθεια ενός ποιητή να μας πείσει με εκατοντάδες στίχους πως οι «αντινομίες» λύνονται με τον «υψηλό διαλεκτικό υλισμό». Με αυτή την «κριτική» οι εκατό ποιητικές συλλογές του Ρίτσου, τα εννέα μυθιστορήματά του (αυτά πια!), τα τέσσερα θεατρικά έργα του, οι μελέτες και οι μεταφράσεις τους, οι επιστολές του, όλα αυτά γράφτηκαν για να περάσουν μέσα από την τρύπα μιας στρεβλής κομματικής βελόνας!

Ολα τα πρόσεξαν οι άνθρωποι της αντεπίθεσης και της κάθαρσης. Τα ποιήματα, τις γλυκερές «αναλύσεις» κι ας καταδικάζουν ασύστολα τις πολιτιστικές «ψευτο-ευαισθησίες» των άλλων. Πρόσεξαν και τις φωτογραφίες. Αλλά παρά ταύτα έγινε το μοιραίο λάθος. Οχι τα λεκτικά, εκφραστικά, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα (θανάσιμα για τους ποιητές) αλλά γιατί τους παραπλάνησαν δυο φωτογραφίες του ποιητή. Μάλιστα. Αυτός ο δόλιος ποιητής (ελπίζω να εννοήσουν τι εννοώ οι συντάκτες του Αφιερώματος) εμφανίζεται δύο φορές, μία στο εξώφυλλο του Αφιερώματος και μία μέσα, να κάθεται πάνω στις κροκάλες της ακρογιαλιάς. Στη μια μας κοιτάζει χαμογελαστός, ανέμελος και ωραίος, με φόντο τη θάλασσα, στην άλλη σκυμμένος δουλεύει τις πέτρες. Φορά και στις δύο ασπρογάλανα καπιταλιστικά σνίκερς! Επιτρέπεται κάτι τέτοιο σ΄ έναν ποιητή του «υψηλού διαλεκτικού υλισμού»; Το βρίσκω εκζητημένο και κανονικά δεν θα έπρεπε αυτές οι φωτογραφίες να βρίσκονται στο Αφιέρωμα. Είναι παντελώς έξω από το όλον επαναστατικό κλίμα...

Ειλικρινά δεν ειρωνεύομαι. Ούτε θέλω να δώσω ονόματα σε πράγματα και πρόσωπα, αλλά σκέφτομαι, καθώς περιδιαβάζω άλλη μια το Αφιέρωμα, μήπως τελικά έχουν δίκιο οι συντάκτες του; Μήπως δηλαδή κάνει λάθος η Προκοπάκη, ο Αργυρίου, ο Πρεβελάκης, ο Μαρωνίτης, ο Σαββίδης, ο Πήτερ Μπήαν, ο Ε. Κήλυ, οι νέοι λαμπροί μελετητές του ποιητή, οι διατριβές, οι σοβαρές μελέτες και τα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, όλοι εκείνοι που δεκαετίες τώρα μοχθούν να βγάλουν τον ποιητή από τη σιωπή και να δείξουν την τέχνη του και τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν, μήπως δηλαδή όλοι αυτοί κάνουν λάθος, βέβηλοι συνάμα και παραχαράκτες, και έχει δίκιο η κυρία Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ; Λέτε;

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.
posted by Εαρινή Συμφωνία at 17.5.09

Αναμετάδοση

Κλέβοντας μια Χρυσόμυγα

Τα αγαπημένα Χρυσομυγάκια μού έβαλαν τα γυαλιά. Βρήκαν ένα εξαιρετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Ημερησία» και έβαλαν τον σύνδεσμο. Μου είχε διαφύγει. Το είδα, και το αντέγραψα. Αν δεν με απατά η αίσθησή μου, το έχει γράψει η Τέα Βασιλειάδου, ένας άνθρωπος που πολύ αγάπησε τον Γιάννη Ρίτσο- γι' αυτό και ξεχειλίζει από ουσία και ευαισθησία.
Η Χρυσόμυγα γράφει όμως και για τη δική της, σπουδαία εκδήλωση, από τα σύνορα (έστω, δίπλα). Διαβάστε τους, να γεμίσετε δροσιά. Το κείμενο της Ημερησίας:


Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Γιάννη Pίτσου (1909-1990), μίας από τις μεγαλύτερες ποιητικές μορφές της Eλλάδας, αλλά και ολόκληρου του 20ού αιώνα.

Tο 2009 ανακηρύχτηκε ως έτος Pίτσου, για να τιμηθεί ο ποιητής που όρισε την ευαισθησία και την αγωνιστικότητα μιας ολόκληρης εποχής, καθώς η ποίηση και ο αγώνας για το σοσιαλιστικό όραμα στάθηκαν οι δύο μεγάλοι πυλώνες στους οποίους στηρίχθηκε. Tη ζωή του Γιάννη Pίτσου στιγμάτισαν από νωρίς η οικονομική καταστροφή της οικογένειας, οι θάνατοι των προσφιλέστερων συγγενών του, η δική του σοβαρή ασθένεια -φυματίωση. Στην πορεία προστέθηκαν οι εξορίες, η παρανομία, η λογοκρισία, απόρροια της πολιτικής του στράτευσης στην Aριστερά, σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. H στάση του όμως απέναντι στην αιωνιότητα του ανθρώπου, και το ταλέντο του τον οδήγησαν όχι απλώς στην επιβίωση αλλά στην αθανασία. O Pίτσος είναι από τους ελάχιστους ποιητές που εκφράζουνε στο έργο του τόσο την προσωπική αγωνία όσο και το συλλογικό όραμα. Kι αυτά με τον τρόπο που η μεγάλη ποίηση γνωρίζει. Έτσι αποτύπωσε στους στίχους του ανεπανάληπτες εικόνες και ήχους και αισθήματα και όνειρα.

O Γιάννης Pίτσος γεννήθηκε εκατό χρόνια πριν, όμως η ποίησή του προσφέρει την διαρκή εφηβεία, την οργισμένη νιότη, την γαληνεμένη ωριμότητα . Πόσο περιμέναμε την υλοποίηση της ανακήρυξης του έτους Pίτσου, για να απογοητευτούμε και να περιοριστούμε μόνον σε ορισμένες εκδόσεις και σε μεμονωμένες εκδηλώσεις. Tίποτα που να προσπαθεί να δέσει τον ποιητή με το σήμερα και τον κόσμο που θα μπορούσε να έχει την ευκαιρία να ακούσει τη φωνή του να του θυμίζει τη δύναμή του... την αδυναμία του... την ευαισθησία του. Θύμα της κρίσης ο Γιάννης Pίτσος; Θύμα της αδιαφορίας;
Ζωή, έργο και δράση
H περίπτωση του Γιάννη Pίτσου είναι ξεχωριστή. Aποθεώθηκε και περιφρονήθηκε ταυτόχρονα. Aνέβηκε στο βάθρο των πολιτικών επαίνων για να θεοποιηθεί και -εξαιτίας της πολιτικής του ένταξης- αμφισβητήθηκε η αξία του έργου του από μερίδα της διανόησης της εποχής του. Kι επειδή η πολιτική ένταξη δεν μπορούσε να γίνει η σημαία της κριτικής, «κατηγορήθηκε» επειδή υπήρξε πολυγραφότατος. Nαι, ο Γιάννης Pίτσος ζύμωνε την ποίηση του, την υπόστασή του με τα πάθη της Eλλάδας, όχι ως θεατής. Ως ενεργό μέλος ενός λαού που έπεφτε στη φωτιά της μάχης, που δεν λύγιζε στα κολαστήρια και που κρατούσε τον λυρισμό του για να κρατήσει την ανθρώπινη ψυχή του. Tη θεϊκή. Kι έγραφε. Aσταμάτητα. Άφησε πολύ έργο πίσω του -και ένα έργο μάλιστα στο οποίο δεν υπάρχει καμία προχειρότητα. Δούλευε πάρα πολύ τα ποιήματά του. Aκούραστος. Πάντα. Kι όταν δεν έγραφε , ζωγράφιζε, διάβαζε, έπαιζε πιάνο...

Δημιουργία με πάθος

Oι ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές που έκανε ο Pίτσος είναι σημαντικές για την πορεία του επειδή ήταν σημαντικές για την ποίησή του. Λυρικός και επικός μαζί υλοποίησε ποιητικά τη σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό θέλω και το χρέος. Tο έργο που άφησε πίσω του είναι πολύ μεγάλο όχι μόνο σε όγκο αλλά και σε προβληματισμό, σε ποικιλία μορφών, σε θεματολογία.

«Tα βράδια κοιμάμαι έξω. Πάνω μου ψιχαλίζουν τ’ άστρα. Eίμαι ήσυχος και σίγουρος -με κείνη τη βαθιά βεβαιότητα της γης και τ’ ουρανού. Δε σκέφτουμαι στίχους -είμαι ένας στίχος μέσα στο ποίημα της ανθρωπότητας -νιώθω τούτο το δεσμό -τον ανασαίνω, τον ζω. Aν γίνει κάποτε στίχος -τόσο το καλλίτερο. Kαι θα γίνει. Δεν μπορεί να μη γίνει».

(Eπιστολή του Γιάννη Pίτσου προς την Kαίτη Δρόσου, όταν ήταν εξόριστος στη Λήμνο, το 1949 που περιλαμβάνεται στην πρόσφατη έκδοση της «Aγρας»).

O Γιάννης Pίτσος μας σηκώνει «λίγο ψηλότερα» και θυμίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη έχει τη δύναμη να παλέψει με το αδύνατο και να αποδείξει πως ο θάνατος, έτσι παλεύοντας, δεν είναι μάταιος. Πως ο έρωτας παραμένει ουσία ζωής. Πως ο άνθρωπος είναι Άνθρωπος όταν βιώνει τη ζωή με την μεγαλύτερη ένταση, το μεγαλύτερο πάθος.

Kάθουμαι, λοιπόν, εδώ, άντικρυ στην μπαλκονόπορτα, ανοιχτή προς την Πάρνηθα, μ’ ένα σανίδι στα γόνατά μου, και πάνω στο σανίδι τ’ άσπρα χαρτιά, ένας γέροντας με τους χαρταϊτούς, και θυμάμαι, ονειρεύουμαι, στοχάζομαι, φαντάζομαι, μαντεύω, προφητεύω (ναι, προφητεύω, κι ας είναι φουσκωμένη απ’ την κακοπάθια τούτη η λέξη), σωπαίνω και γράφω, γράφω, όχι μονάχα για σένα και για μένα, κι ούτε ξέρω για ποιους και πόσους ανθρώπους, για ποιους και πόσους αιώνες, γράφω, καλλιγραφώ με προσοχή και κατάνυξη παλιού ερημίτη, γράφω ο «πολυγράφος», ο ακόρεστος που μόλις τώρα προφέρει τις πρώτες του λέξεις και τις ακούει και θαυμάζει τι κόσμοι κρύβονται πίσω τους, τι θησαυρούς τού ανοίγουν,- κι αχ, με πονάει η γλώσσα μου απ’ την ευτυχία της γλώσσας, μελώνει το πικρό μου σάλιο, το καταπίνω, τρέφομαι, μια ποτέ ποτέ δε χορταίνω. Eυχαριστώ, είπα.

(Eικονοστάσιο Aνωνύμων Aγίων)

«Pωμιοσύνη»

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι,
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις χοντρές αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα - πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι


Οι ποιητές για τον ποιητή

Γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Mονεμβασιά. Kι έτσι εμείς, σήμερα, εκατό χρόνια μετά, μπορούμε να φτιάξουμε τη δική μας γενέθλια γιορτή με συνδαιτυμόνες ποιητές που γράφουν για τον ποιητή. Ένα συμπόσιο, στο οποίο η απουσία του οικοδεσπότη είναι η πρόφαση για να γευτούμε τα δώρα της ζωής του. Tην τέχνη του.

ΛOYI APAΓKON
(...) H τέχνη του Pίτσου δεν ορίζεται. Aπό τα μεγάλα ποιήματα που στη δεκαετία 1950-60, λίγο καιρό μετά την απόλυσή του από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, του εξασφάλισαν το A΄ Kρατικό Bραβείο ποίησης της Eλλάδας, ως αυτούς τους σύντομους λυγμούς τώρα τελευταία, Kάτι που μπορεί να γράψει κάνεις πάνω στο γόνατο, όταν αυτά λέγονται Mακρόνησος, Γυάρος, Λέρος... Mέσα τους καθένας θα ανακαλύψει την δική του καρδιά και τις πληγές της. Θυμάμαι εκείνο το εξαίσιο ποίημα για τον αγώνα στην Kύπρο εναντίον της αγγλικής κατοχής, ένας πατριώτης μέσα στη σπηλιά, όπου σε λίγο θα πεθάνει πνιγμένος από τους καπνούς, καμένος, εκείνον τον λόγο της τελευταίας στιγμής, που δεν μπόρεσε να εκφωνήσει ο ήρωας, ΠY χάρη ωστόσο στο ίδιο του το μεγαλείο μοιάζει τόσο λίγο με την ηρωική λογοτεχνία...Έτσι, στον Pίτσο, πάντα το πάθος βρίσκεται μέσα στην απλότητα των πραγμάτων... αλλά δεν είναι λόγος αυτός για να το προτιμώ, λόγου χάρη, από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», που δεν είναι παρά ο ψίθυρος μιας συνηθισμένης ζωής κι όλα αυτά τα ποιήματα για ένα σπίτι, για έναν άνθρωπο, για τα οποία δεν έχεις να διηγηθείς τίποτ’ άλλο από τη ζωή τους. Πόσο περήφανος είμαι που γνώρισα τα ποιήματά του λίγο πριν από τον υπόλοιπο κόσμο, από τη μια στην άλλη άκρη της Eυρώπης, σα να μου τα’ χε φέρει πάνω στη δυνατή πλάτη του ο θεός-ταύρος! (...)

TZENH MAΣTOPAKH
O Pίτσος ήταν ένα μεγάλο ποτάμι. Ποτέ δεν μας ρούφηξε. Ποτέ δεν μας έπνιξε. Ίσα ίσα μας έμαθε να κολυμπάμε. Ό,τι κι αν λέμε σήμερα, ό,τι κι αν γράφουμε, όπως κι αν το γράφουμε, το βέβαιο είναι ότι κανένας μας δεν βγήκε από μέσα του στεγνός.

XPIΣTOΦOPOΣ ΛIONTAKHΣ... Έχω πει με άλλη ευκαιρία ότι η ποίηση του Pίτσου περιέχει θησαυρούς φανερούς αλλά και κρυμμένους και ότι η ανακάλυψή τους εναπόκειται στον καλοπροαίρετο αναγνώστη. Aυτό που σήμερα πάνω από όλα έχουμε ανάγκη είναι ο παρηγορητικός λόγος της ποίησης και ιδιαίτερα ο παρήγορος και φιλάνθρωπος λόγος του Pίτσου. Στην ποίησή του ο Pίτσος μνημειώνει τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την Eλληνική Iστορία από τον Mεσοπόλεμο έως τις μέρες μας και με αναφορές στο απώτερο και απώτατο παρελθόν της ιστορίας μεγαλύνει τα πάθη και τις δοκιμασίες του ελληνικού λαού δοξολογώντας τις αιώνες αξίες που δημιούργησε. H ποίησή του με τις οικουμενικές της αξίες και τη διαχρονικότητά της είναι το πιο ισχυρό αντίδοτο στη βία, την έπαρση, την αλαζονεία και την ευτέλεια που μας κατακλύζουν... Kαιρός, λοιπόν, να βυθιστούμε στον ωκεανό του ποιητικού του λόγου για να ξαναβρούμε την ομορφιά της γενναιοδωρίας και της ανιδιοτέλειας...

ANTΩNHΣ ΦΩΣTIEPHΣ(...) O Pίτσος είναι κατεξοχήν ο εμπνευσμένος σκηνοθέτης, αλλά ταυτόχρονα και ο τεχνίτης σκηνογράφος, που ξέρει να οργανώσει το σκηνικό του χώρο, για να κινήσει με ακρίβεια μέσα σ’ αυτόν τους ήρωές του -είτε πρόκειται για το εγώ ενός επιγραμματικού τρίστιχου είτε για τον θίασο ενός πολυσέλιδου δράματος. Mε μια εκούσια δόση υπερβολής, θα έλεγα ότι όλο του το έργο δεν είναι παρά Ποιητικό Θέατρο... Tο εγχείρημα και το επίτευγμα του Pίτσου είναι περισσότερο άξιο εκτίμησης, δεδομένου ότι το σημαντικότερο τμήμα της ποίησής του, παρά την κοινή αντίληψη επ’ αυτού, δεν είναι τα διθυραμβικά της πολιτικής του έξαρσης και της κομματικής αδολεσχίας.

Eίναι τα ήσσονος τόνου μιας βιωματικής μεταφυσικής αντίληψης, που πολύ συχνά μάλιστα περιβάλλοντας έναν σαφώς υπερρεαλιστικό μανδύα, άλλοτε για να καλύψουν, άλλοτε για να προβάλουν το αδιέξοδο, το παράλογο, το αναπάντητο... O Pίτσος ένας σπουδαίος μεταφυσικός υπερρεαλιστής, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ακόμη και σήμερα ως ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος στρατευμένου ποιητή. Aυτός ο αριστοτέχνης της υποβλητικής ατμόσφαιρας και της λεπτομέρειας χειροκροτείται ακόμη ως ο ρήτορας των επάλξεων.

ΓIANNHΣ KONTOΣ
O Γιάννης Pίτσος είναι ένα ποιητικό φαινόμενο, όχι μόνον ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό. Έχει μεγάλη εξακτίνωση ο λόγος του, γιατί το μικρό παιδάκι που ξεκίνησε 18 ετών να έρθει στην Aθήνα φτωχός (σύντομα έγινε πλούσιος). Πλούσιος, εννοώ με την καλλιέργεια του ποιητικού του λόγου, όπου περιέγραψε όλους τους κοινωνικούς και αισθητικούς κραδασμούς της πατρίδας μας και των ανθρώπων της, της εποχής και όχι μόνο.

O Γιάννης Pίτσος ως ποιητής είναι μέγας αισθητικός και αισθητής και καλλιτέχνης που έφερε την ελληνική γλώσσα και τα νοήματά της στα ύψη. Θα τον έλεγα ποιητή - ποταμό που αντλεί από διάφορες πηγές υδάτων, που φουσκώνει και κατεβαίνει με τα μηνύματά του στην πόλη των ωδείων. O Γιάννης Pίτσος δεν θα γινόταν αλλιώς -θέλω να πω ότι η τεράστια ευαισθησία του και η αγωνιώδης προσπάθεια προς τον συνάνθρωπο, τον έφερε πολύ μπροστά στους κοινωνικούς αγώνες και πολύ μπροστά στους κοινωνικούς αγώνες· τότε ήταν το Kομουνιστικό Kόμμα.

O Γιάννης Pίτσος τραγούδησε πολύμορφα και πολύχρωμα τον άνθρωπο και τον βίο του. Θα τον έλεγα έναν μεγάλο ερωτικό ποιητή. O Γιάννης Pίτσος, τον οποίο είχα την τύχη να γνωρίσω και να συνδεθώ μαζί του ήταν ένας καλλιτέχνης με ιδιαίτερη ευαισθησία και μεγάλη ανθρώπινη παρουσία. O λόγος του ήταν βάλσαμο σ’ αυτό που λέμε κοινό, απλό άνθρωπο, αλλά και σε συνθετότερες προσωπικότητες.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

ΑΝΑΜΕΤΑΔΟΣΗ από Αγγελική Κώττη και ΕΘΝΟΣ

Μικρά βιβλία για μεγάλα όνειρα

Πέμπτη, Απρίλιος 30, 2009

Ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Γιάννη Ρίτσο




Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε στο Εθνος της προηγούμενης Κυριακής, με το... κανονικό μου όνομα. Θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον και την αναπαράγω για την επέτειο του ποιητή.


Οι δικτάτορες προσπάθησαν να βάλουν ανάμεσά τους τα τανκς τους, αλλά τίποτα δεν κατάφεραν. Μεσούσης της χούντας, τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γιάννη Ρίτσου έφτασαν στον Μίκη Θεοδωράκη, μελοποιήθηκαν, και έγιναν τραγούδια αντίστασης. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που συναντήθηκαν κάτω από δύσκολες συνθήκες η τέχνη του ποιητή και του συνθέτη. Η φιλία τους, μια από τις δυνατότερες σχέσεις ζωής και για τους δυο τους, δενόταν ακόμα πιο σφικτά κάθε φορά που η πατρίδα περνούσε δοκιμασίες.
Πού στηρίζεται μια τέτοια αμοιβαία αγάπη; Σε πολλά, οπωσδήποτε, και βεβαίως και στην ιδεολογική ταυτότητα. Το τελευταίο πράγμα που θυμάται ο Μίκης Θεοδωράκης από τον Γιάννη Ρίτσο είναι η φράση του πως είχε δίκιο σε όλα. Ηταν υπουργός όταν τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, λίγο πριν ο ποιητής μάς αποχαιρετίσει για πάντα. «Μίλησαν» κατά βάση με τα μάτια, όπως μου είχαν πει παρόντες στην συνάντηση. Δεν είχαν ανάγκη άλλης συνεννόησης. Ηταν και οι καιροί πικροί, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» διαλυόταν. «Για ανθρώπους σαν κι εμάς ήταν πραγματικά μια μεγάλη δοκιμασία. Η κατάρρευση ενός κόσμου ολόκληρου» θυμάται σήμερα ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η συζήτηση για τον Γιάννη Ρίτσο δεν μπορεί παρά να καλύψει ώρες ατέλειωτες. Μονάχα η φυσική κόπωση μπορεί να οδηγήσει στο τέλος της. Επί δυόμιση ώρες ο Μίκης Θεοδωράκης μιλούσε στον Εθνος άουτ της Κυριακής για τον ανεκτίμητο, τον λατρεμένο φίλο του, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του (Πρωτομαγιά του 1909). Ξεδίπλωσε πτυχές, παρέθεσε γεγονότα, αφηγήθηκε με μοναδικό τρόπο- αδύνατον να αποδοθούν όλα αυτά στο χαρτί...


Η ποίησή του Ρ. πυλώνας στη γέφυρα του Θ.


-Τι ήταν για τον Μίκη Θεοδωράκη ο Γιάννης Ρίτσος;
«Ηταν μεγάλος ποιητής, ήταν αγνός άνθρωπος, ήταν ειλικρινής αγωνιστής. Ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη, Οι γειτονιές του κόσμου, Η εβδομη συμφωνία (εαρινή), είναι ακριβώς οι πυλώνες στη γέφυρα της δημιουργίας μου. Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις να κάνεις με ένα μεγάλο ποιητή. Ο οποίος να είναι και ομοϊδεάτης 100%. Που θαυμάζεις από κάθε άποψη. Και την ανθρώπινη, και την κομματική και την ιδεολογική»

Η γνωριμία τους... δεν ήταν γνωριμία. Πρώτος ο Μίκης, έφηβος στην Τρίπολη, ανακάλυψε την ποίηση του Ρίτσου. Στην Κατοχή, μια παρέα μαθητών και σπουδαστών συνομιλούσε με τον Ευάγγελο Παπανούτσο, δεχόταν τις διδαχές του, τις συμβουλές του. «Ηταν μια σχολή σαν την Ακαδημία Πλάτωνος». Ταυτοχρόνως τα νεαρά παιδιά έψαχναν τα καινούργια ρεύματα, τις νέες δημιουργίες.
«Οπότε λοιπόν ένα μεσημέρι του 1942 με παίρνει ένας από αυτούς τους φίλους και μου λέει ότι ανακάλυψα ένα ποιητή, τον Γιάννη Ρίτσο. Είναι καταπληκτικός. Λέω διάβασε να ακούσω. Και μου διαβάζει απνευστί όλη την Εαρινή Συμφωνία από το τηλέφωνο. Του λέω έλα εδώ. Το λέμε και στην άλλη παρέα, πέντε- έξι ήμαστε, έρχονται σπίτι μου και ξανά ανάγνωση. Το μάθαμε απέξω και ψάχναμε και για άλλα του Ρίτσου. Βρήκαμε Το Τραγούδι της αδερφής μου, για το οποίο ο Παλαμάς είχε πει να παραμερίσουμε για να περάσεις και τρελαθήκαμε. Μετά, το Εμβατήριο του Ωκεανού.
Τότε είχαμε τη συνήθεια να απαγγέλλονται τα ποιήματα. Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου ήτανε το μεγάλο σουξέ μας. Είχα γράψει κι εγώ ορισμένα τραγούδια και μουσική δωματίου. Ο Κουλούκης έπαιζε μαντολίνο και έγραφα ντουέτα, για βιολί και μαντολίνο.
Βγαίναμε από την Τρίπολη το πρωί, αγόρια και κορίτσια- φέρνανε αυτοί τις αδερφές τους- και πηγαίναμε στα αμπέλια, στον πύργο του Καρλή- όλα τα σπίτια εκεί λέγονται πύργοι-. Πίναμε λίγο νερό, σταφύλια είχαμε μπόλικα, λίγο τυρί και ψωμί μπομπότα, ακούγαμε τα καινούργια μου έργα και αμέσως μετά απαγγελία. Είχε ένα μεγάλο βράχο που ήταν ένα πλατό, σαν σκηνή. Και ανέβαινε κάποιος στο βράχο και απήγγειλε. Σιγά- σιγά ο βράχος ονομάστηκε ο Βράχος του Ρίτσου. Φυσικά διαβάζαμε και Παλαμά, Μαβίλη, Εφταλιώτη, Πορφύρα, Χατζόπουλο. Ετσι αρχίσαμε ένα είδος λατρείας προς τον Ρίτσο, χωρίς να τον ξέρουμε. Ξέραμε μονάχα αυτά τα τρία έργα. Είχαμε μάθει ότι είχε βγάλει τα Τρακτέρ, που ποτέ δεν βρήκαμε, και τις Πυραμίδες, ομοίως.»
Ο χρόνος περνά και ο Μίκης Θεοδωράκης έρχεται από την Τρίπολη στην Αθήνα, ώστε να σπουδάσει στο Ωδείο. Ταυτοχρόνως εργάζεται, λαμβάνει μέρος στις μάχες εναντίον των κατακτητών που δίνει ο ΕΛΑΣ και κάνει και βόλτες με την αγαπημένη του Μυρτώ. Δεν έχει καιρό, πια, να ψάχνει για καινούργια έργα. Ερχεται όμως η απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά, η συμφωνία της Βράκιζας και το μικρό διάλειμμα μέχρι τον εμφύλιο- 1945 και 46. Η ΕΠΟΝ, αντιστασιακή οργάνωση της νεολαίας, αγαπά τον πολιτισμό. Το κύριο σύνθημά της κατά τη γερμανική κατοχή ήταν, άλλωστε, «Πολεμάμε και τραγουδάμε». Εκεί οι φτασμένοι καλλιτέχνες διδάσκουν νεώτερους, τους μυούν στα μυστικά της τέχνης. Εκεί ο Μίκης συναντά επιτέλους τον Ρίτσο:

Ο Θεός τους


«Είχαμε το περιοδικό της ΕΠΟΝ και σκεφτήκαμε να γίνει μια συνάντηση των νέων με τους παλιούς και εκεί επί τόπου να διαβάζει το ποίημά του ο Μιχάλης Κατσαρός και από την άλλη να είναι ο Ρίτσος, ο Βάρναλης... Ξέρεις τι είναι να ακουστεί δικό σου ποίημα και να σου κάνει κριτική ο Βάρναλης; Ή ο Ρίτσος; Ή η Καζαντζάκη; Ή ο Ρώτας; Ή ο Βρεττάκος; Ηταν μια Ακαδημία, αλλά ζωντανή.
Αρχισαν να έρχονται τα παιδιά, ήρθε ο Λειβαδίτης, ήρθε ο Κοτζιάς, ήρθε ο Μιχάλης ο Κατσαρός, ήρθε ο Αργυρίου, ο Αναγνωστάκης, ο Καρούζος, κι εκεί γνώρισα επιτέλους τον Ρίτσο. Του είπα αμέσω για την παρέα της Τρίπολης και τον Βράχο. Του λέω για μας είστε ένας Θεός. Του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση. Μου λέει δεν το περίμενα.»

Ακολουθεί ο εμφύλιος, οι συλλήψεις, οι εκτοπίσεις. Πριν φτάσει ο Ρίτσος στη Μακρόνησο, ο Θεοδωράκης έχει σταλεί στο νοσοκομείο, μετά από άγρια βασανιστήρια, και δεν θα συναντηθούν εκεί. Οσο και αν δεν μπορεί να το φανταστεί κανείς, η Μακρόνησος θα οδηγήσει τον Μίκη στη μελοποίηση του «Επιταφίου».
Είναι 1958, ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται στο Παρίσι. Ο Ρίτσος «χωρίς να έχουμε άλλη σχέση εκτός από αυτή της ΕΠΟΝ, μου στέλνει όλα του τα βιβλία. Και στον ‘Επιτάφιο’ είχε αυτό: το βιβλίο τούτο το έκαψαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Και ήταν ακριβώς η εποχή που εγώ πήγα έξω στο Παρίσι, ελεύθερος πρώτη φορά, αλλά καθόμουν μόνος στο δωμάτιο όπου μέναμε- η Μυρτώ σπούδαζε στο νοσοκομείο- μπήκε η Μακρόνησος μέσα μου. Και ο μόνος τρόπος για να την πολεμάω ήταν να γράφω μουσική.»
Λίγο πριν από τις εκλογές του 58, μια ομάδα αριστερών στο Παρίσι οργανώνει μια σύναξη για ενίσχυση, έστω και συμβολική, της ΕΔΑ, στο σπίτι των Θεοδωράκηδων. «Μου λέει η Μυρτώ πάμε να ψωνίσουμε για το βράδυ. Πάμε στις Αλ, στην αγορά. Πήρα και τον ‘Επιτάφιο’ μαζί. Τι το θέλεις το βιβλίο μου λέει η Μυρτώ, λέω δεν μπορώ να έρθω μαζί σου, πρέπει κάποιος να μείνει στο αυτοκίνητο. Κάθομαι λοιπόν στο τιμόνι και περιμένω. Μια βροχή... Βγάζω το βιβλίο και χωρίς να το πολυσκεφτώ, λες και έπρεπε να γίνει αυτό, χαράζω πεντάγραμμο και αρχίζω να γράφω μουσική. Μελοποιώ και τα είκοσι...»

-Αυτό το βιβλίο έχει χαθεί...

«...το είχε ο Φίλιππος ο Ηλιού και κάποτε το γύρεψα και μου είπε ότι το κρατάει για τ’ αρχείο του. Εκεί πρέπει να είναι.»

Δεν είναι της αξίας σου...



Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι φίλος από την ΕΠΟΝ ήδη. Ο Μίκης τον συναντά στην Αθήνα. «Τον ρωτάω δειλά σου έστειλα κάτι τραγούδια από τον ‘Επιτάφιο» τα κοίταξες; Και μου λέει επί λέξει , καλύτερα να τα ξεχάσουμε αυτά. Δεν είναι της αξίας σου. Εσύ πρέπει να γράφεις συμφωνική μουσική. Δεν είναι αντάξιά σου. Λέω κι εγώ, δεν αξίζουν, τελείωσε.»
Ο Βύρων Σάμιος και ο Δ. Νικολαΐδης έχουν, όμως, άλλη γνώμη και από μια μαγνητοταινία, βάζουν κόσμο να το ακούσει σε ιδιωτικές ακροάσεις. Ο ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Μετά από ένα περιστατικό με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίμη Δεσποτίδη, ο Μίκης αποφασίζει να φανερώσει στον δεύτερο πως έχει γράψει τραγούδια. Εκείνος τα ακούει, στέκεται ιδιαίτερα στο «Μέρα Μαγιού μού μίσεψες» και στη συνέχεια όλα παίρνουν το δρόμο τους. Οι δύο εκτελέσεις, μία με τη Νάνα Μούσχουρη και μία με τον Μπιθικώτση, ο θρίαμβος, το πέρασμα του έργου στα χείλη του λαού. Επαληθεύεται πλήρως ο Δεσποτίδης: «Ο Ρίτσος είναι κομμουνιστής. Εσύ κομμουνιστής» είχε πει στον Θεοδωράκη. «Θα περάσουν από τη λογοκρισία; Θα τα πας, πάντως. Και αν κάνουν το λάθος και επιτρέψουν να βγουν αυτά τα τραγούδια, τότε θα ανάψουμε την Ελλάδα σαν ένα ξερόχορτο.»

Η πρόσκληση... των πνευμάτων

Μετά από οκτώ χρόνια ακόμη, το 1966, θα έρθει η «Ρωμιοσύνη» μετά από ένα, ακόμη, «δύσκολο» περιστατικό: ανήμερα των Φώτων, η χωροφυλακή και το παρακράτος δέρνει ανηλεώς τους Αριστερούς κατά την τελετή αγιασμού των υδάτων, στον Πειραιά. Ο Μίκης κλείνεται αιμόφυρτος στο γραφείο του, για να μη τον δουν τα παιδιά του, και προσπαθεί να συνέλθει. Μπροστά του είναι η «Ρωμιοσύνη». Του την έχουν στείλει σύζυγοι πολιτικών κρατουμένων, για να τη μελοποιήσει. Οπως και στον «Επιτάφιο», η μελοποίηση γίνεται απνευστί.
Μέσα στο 1966, η «Ρωμιοσύνη» παρουσιάζεται στο γήπεδο της ΑΕΚ, στη Νέα Φιλαδέλφεια- είναι η πρώτη λαϊκή συναυλία σε γήπεδο. Ο ποιητής και ο συνθέτης, με τις συζύγους τους, βρίσκονται σε έναν άδειο χώρο. Το «κράτος» έχει σταματήσει τους συρμούς του τραίνου εγκλωβίζοντας τον κόσμο μέσα στις σήραγγες.
«Βλέπαμε απέξω γυναίκες με μαύρα, αγωνιστών που περίμεναν στα καφενεία για να μπούνε μέσα. Μπαίνουμε, πάνω κάτω στ’ αποδυτήρια, βγαίνουμε να δούμε, στο στάδιο 100- 200 άνθρωποι. Περνάει η ώρα, ακούμε φασαρία, ξαναβγαίνω, είχαν γίνει 500. Ξαναβγαίνουμε, 800. περιμέναμε 20.000. Λέω Γιάννη να βγούμε έξω και να καλέσουμε τα πνεύματα. Μου λέει τρελάθηκες; Λέω άκου που σου λέω. Αφήνουμε τις γυναίκες μας μέσα, βγαίνουμε κι αρχίζω: λαέ, μεγάλε λαέ, ελληνικέ λαέ. Λέω πέστο κι εσύ. Το λέει κι ο Γιάννης. Κι ω του θαύματος, άρχισε να γεμίζει το στάδιο. Είκοσι χιλιάδες ήρθανε. Λες και έγινε θαύμα.»
posted by Εαρινή Συμφωνία at 30.4.09

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

ΠΡΕΠΕΙ!

Έτος Ρίτσου- παίρνουμε τα πράγματα στα χέρια μας

Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Οσο μπορούμε. Το ξέρω, καθένας έχει τον ρόλο του. Ομως, αφού το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου δεν έχει ακόμη να παρουσιάσει τις απαραίτητες εκδόσεις και εκθέσεις, αφού φορείς όπως η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, αλλά και η Εταιρεία Συγγραφέων, ή όπως ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλιοπωλών Αθηνών αφήνουν να περνάνε επέτειοι και διοργανώσεις σαν την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης ή το Φεστιβάλ Βιβλίου χωρίς αναφορές στον Ρίτσο, πρέπει να το φωνάξουμε εμείς.
Καθώς, λοιπόν, πλησιάζει η Πρωτομαγιά, την οποία ο ίδιος είχε επιλέξει (για συμβολικούς λόγους) να κρατήσει ως ημέρα της γέννησής του, μια πλειάδα ιστολογίων θα κάνει αναφορές στον ποιητή. Ο δικός μας Γιάννης Ρίτσος, μάς περιμένει να τον ανακαλύψουμε και να βοηθήσουμε και άλλους να τον ανακαλύψουν.
Ηδη ξεκίνησε με ένα θαυμαστό κομμάτι, το μπλογκ «Πινακίδες από κερί»
Απολαύστε το.

update: Ακόμα ένα υπέροχο κείμενο, με σιγανή, καθαρή και ωραία φωνή. Ο Γιάννης Ευθυμιάδης, ο ποιητής, μιλά στον άλλο ποιητή, όπως αρμόζει ανάμεσα σε ομότεχνους: με αισθαντικότητα και αλήθεια. Μη το χάσετε.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Αυτά τα πρόσωπα δεν βολεύονται...




Αυτά τα πρόσωπα δεν βολεύονται...


«Τα δάκρυα» έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος, «καθαρίζουν την ψυχή. Και ήταν πολλοί εκείνοι που βγήκαν με την ψυχή καθαρή από την εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη για την παγκόσμια ημέρα ποίησης, το βράδυ του Σαββάτου.

Ο Μανώλης Γλέζος, πρώτος απ’ όλους, που άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν καθώς, από σκηνής, διάβαζε το ποίημα για τον εκτελεσμένο από τους Γερμανούς αδελφό του, Νίκο Γλέζο. Το κοινό, που ένιωσε κύματα συγκίνησης να το πλημμυρίζουν.

Οι νεώτεροι θεατές, που χάρηκαν με την επιτυχία των συμμαθητών τους. Μάλλον δύσκολα έμενε κανείς αδάκρυτος σε αυτή την εκδήλωση, είναι αλήθεια.

Το Μουσείο την είχε αναθέσει στο 6ο Λύκειο Καλλιθέας και στο 10ο Λύκειο Πειραιά, που έχουν ιστολόγια στο διαδίκτυο.

Στην πορεία, προστέθηκε και το Γυμνάσιο- Λύκειο Χρυσοβίτσας Ιωαννίνων, με ένα βίντεο που έστειλε.

Τα παιδιά των δύο λυκείων Αττικής- Πειραιά, με τους δασκάλους τους, αφιέρωσαν όχι μονάχα τον ελεύθερο χρόνο τους αλλά και τη δημιουργικότητά τους για να φτάσουν σε ένα θέαμα που ήταν υπέροχα γνήσιο. Δούλεψαν ακούραστα, με κέφι, με έμπνευση, με χαρά και πέτυχαν κάτι σπουδαίο: να καθηλώσουν τους θεατές τους. Ακόμη και όσους έμειναν όρθιοι δύο ώρες για να τους παρακολουθήσουν. Και δεν ήταν καθόλου λίγοι αυτοί οι τελευταίοι.

Με μουσική, απαγγελίες, διαλόγους, με εικαστικά δρώμενα και με προβολή φωτογραφιών και πινάκων που είχαν συνδυαστεί άριστα, παρουσίασαν στιγμές από τη ζωή και το έργο του ποιητή. Ο τρόπος τους, φρέσκος και νεανικός, το κριτήριό τους, γεμάτο ομορφιές και αλήθειες, η αφοσίωσή τους, οι αναζητήσεις τους, όλα συνέτειναν στο να αναδυθεί μέσα από την παράστασή τους το πρόσωπο του Γιάννη Ρίτσου ακέραιο.

«Είναι ό,τι καλύτερο είδαμε» όπως έλεγε και η 12χρονη Βασιλική στη μαμά της- η Βασιλική που έχει παρακολουθήσει πολλές εκδηλώσεις σχολείων για τον ποιητή. Και το κοινό το έδειξε συμμετέχοντας στα τραγούδια, αλλά και χειροκροτώντας θερμά πάρα πολλές φορές.



Οι άξιοι και φωτισμένοι καθηγητές που με αγάπη δούλεψαν για να έρθει σε πέρας αυτός ο άθλος είναι οι:

Αννα Ζωγάκη, Ελένη Κυριμκύρογλου, Ειρήνη Λιβανού, Διονύσης Μάνεσης, Μαριάννα Νικολαΐδου, Μαρία Πετρούλια, Μάγδα Πρεβεζάνου, Λίλα Τζέτζου, Μαρία Χρίστη, ενώ πολύτιμη ήταν και η βοήθεια της Ελίνας Ρίζου.

Στην εκδήλωση διάβασε, όπως προαναφέραμε, ποιήματα ο Μανώλης Γλέζος, που χειροκροτήθηκε όσο κανείς άλλος από τα παιδιά (και από σκηνής και από εκείνα που είχα κατακλύσει το αμφιθέατρο του μουσείου).

Σύντομο χαιρετισμό απηύθυνε ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, που μαζί με τη Λιάνα Τσομπάνογλου σήκωσε το βάρος της εκδήλωσης εκ μέρους του Μουσείου Μπενάκη.

Ο ρηξικέλευθος διευθυντής του, Αγγελος Δεληβορριάς, που μαζί με τους συνεργάτες του είχε το τόλμημα να εμπιστευθεί τους μπλόγκερ των δύο σχολείων, ήταν στην Αμερική και δεν χάρηκε τον θρίαμβο. Ανάμεσα στους θεατές, η Χρύσα Προκοπάκη, ο Χρήστος Αλεξίου, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος κ.α.

Ευτυχώς, όπως απέδειξαν τα παιδιά και οι δάσκαλοί τους, ακόμα μπορούμε να λέμε:

«αυτά τα πρόσωπα δεν βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο/ αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο».



Με την πέννα και την ματιά της Αγγελικής Κώττη

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2009 - ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ











Εδώ και καιρό κυκλοφόρησε το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2009, Γιάννης Ρίτσος, που είναι αφιερωμένο στα 100 χρόνια από την γέννησή του.

Τα κείμενα και την επιμέλεια της έκδοσης έκανε η Αγγελική Κώττη.
Τον σχεδιασμό της έκδοσης: egreenΕ. ΠΑΓΚΑΛΟΥ

Διαχωρισμοί: Colornet

Εκτύπωση: Πέτρος Μπαλλίδης


Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα

Κουμπάρη 1, 106 74

Τηλ: 210 3671000

Φαξ: 210 3671063




Χθες είχα την τιμή να το κρατήσω στα χέρια μου!

Μου το έστειλε δώρο η Αγγελική!

Τι να σας πω;

Άλλο να το δείτε, κι άλλο να σας το περιγράφω ή να το φωτογραφίζω!

Αυτό το ημερολόγιο είναι συνδυασμός βιβλίου και προσωπικού ημερολογίου!

Κάτι, σαν να μοιράζεσαι προσωπικές σου στιγμές με τον ίδιο τον Γιάννη Ρίτσο!

Είναι ότι καλύτερο για να το κάνουμε δώρο, πρώτα στον εαυτό μας και μετά σε όλους όσους αγαπάμε!

Απ' την χαρά μου, θα ήθελα να σας το φωτογραφήσω όλο!

Όμως, δεν πρέπει!

Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να συγχαρώ το ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, όλους όσους δούλεψαν για να βγει αυτό το αποτέλεσμα και κυρίως την Αγγελική Κώττη, για την άριστη επιλογή στα κείμενα και στις φωτογραφίες!

Ήταν σίγουρο πως η Αγγελική θα το "κεντούσε" τόσο τέλεια!

Είμαι πολύ υπερήφανη που την έχω γνωρίσει, με συγκινεί που με συγκαταλέγει στους φίλους της, παρόλο που δεν έχουμε συναντηθεί ακόμα, και μ' αυτό το ημερολόγιο που μου έστειλε...
έχω χάσει τα λόγια μου...
......

Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Αγγελική μου!

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Να και το ημερολόγιο του 2009!

που είναι αφιερωμένο στο έτος Ρίτσου, φυσικά!
Γι' αυτό μας ενημερώνει η εαρινή συμφωνία φυσικά, και όχι μόνο!
"Το άφησέ με... " σταθερά συντονισμένο στην σελίδα της, γιατί εκείνη έχει πάντα καινούργιο να μας πει και να μας δείξει!
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σε όλους μας και πάλι!