Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗ, ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ:
http://yannisritsos.gr/

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Το ταξίδι ξεκίνησε

από κει και μεις συνεπιβάτες!

...." ποτέ δε θα σωπάσω. Σα να φοβάμαι μη και δεν προφτάσω να τραγουδήσω όλη την ομορφιά και την αγάπη."

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Πατέρας - ΗΛΙΟΣ

Εδώ και μέρες έψαχνα τον ήλιο...
Μου θύμησε ο Διονύσης που θα τον βρώ.
Πηγή: google


Όλα τα γράμματα του Pίτσου σαν χαραγμένα σε άσπρα βότσαλα, ακόμη κι όταν αναφέρονται σε κουβέντες καθημερινές διατηρούν την ποιητικότητά τους. Kι εκεί που σε κανονικές συνθήκες διαβάζοντας προσωπικά γράμματα αδελφού προς αδελφή θα ένιωθες λαθραναγνώστης ή ωτακουστής, στην περίπτωση αυτή έχεις την αίσθηση πως τα γράμματα αυτά γράφτηκαν για να εκδοθούν. Kι όμως όλα τα γράμματα του Γιάννη Pίτσου είναι ανέκδοτα. Γιατί ποτέ κανείς δεν σκέφτηκε να τα εκδώσει. Οι περισσότεροι φίλοι του τα κρατούν μαζί με τα λουλούδια του παλιών Eπιταφίων ακριβό φυλαχτό.


«Λιακάδα, αδελφούλα. Eκανα πολλές βόλτες στην ακρογιαλιά. Πέρα η Λήμνος κι ο γαλάζιος κώνος του Aγίου Ορους. Φως κι ευτυχία. A, να 'σαι ήλιος να χαρίζεις φως. Aυτό 'ναι ο πόθος της ζωής μας. Γιατί υπάρχει πολύς ήλιος μέσα στον καθένα μας. Kαι πρέπει να τον ξυπνήσουμε για να λάμψει και να ζεσταθεί ο κόσμος. Xαμογελάς, αδελφούλα; Kι εγώ. Γιατί είναι ο ήλιος και η αγάπη και τα φιλιά μας».
Kάποια στιγμή η Λούλα νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι για να τον φέρει πίσω. Tης απαντά:
«Kάποτε θα σμίξουμε και θα φιληθούμε. Kαι τώρα, τάχα μη δεν είμαστε κοντά; Zητάς την έγκρισή μου να ενεργήσεις για απόλυση ή άδεια. Οχι, αδελφούλα, σε παρακαλώ, μην κάνεις τίποτα τέτοιο. Δεν είναι σωστό να παρακαλεί κανείς για κάτι που δικαιούται».

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

Να και το ημερολόγιο του 2009!

που είναι αφιερωμένο στο έτος Ρίτσου, φυσικά!
Γι' αυτό μας ενημερώνει η εαρινή συμφωνία φυσικά, και όχι μόνο!
"Το άφησέ με... " σταθερά συντονισμένο στην σελίδα της, γιατί εκείνη έχει πάντα καινούργιο να μας πει και να μας δείξει!
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σε όλους μας και πάλι!

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2009

Η σκυτάλη

Αν και το blog αυτό είναι ακόμα αόρατο (προγραμματισμένο από μέρες), είδα την ανάρτηση του ξεχωριστού αυτού Σχολείου και παραδίδω την σκυτάλη για όσο λείπω, εκεί!

Μπράβο Διονύση!
Χρόνια Πολλά, Καλή Χρονιά, σε σένα, στην οικογένειά σου, στο Σχολείο σας, σε όλα τα παιδιά του κόσμου, σε όλον τον κόσμο!
ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΕΙΡΗΝΗ να μας φέρει το 2009, τος έτος Γιάννη Ρίτσου!

Καπνισμένο τσουκάλι (στίχοι)


Τούτες τις μέρες
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει,
μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος
Πιο κοντά, πιο κοντά
μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ' τη βροχή
και την από στάση
Η ανάσα τους είν' ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της
κι ακούει
Πιο κοντά, πιο κοντά
Τούτες τις μέρες...
Πιο κοντά, πιο κοντά

Αυτά τα κόκκινα σημάδια


Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους,
μπορεί να 'ναι κι από αίμα.
Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,
μπορεί να 'ναι κι απ' το λιόγερμα,
που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.
Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν
πριν σβήσουν και ο θάνατος είναι πιο κοντά.
Έξω απ' τα κάγκελα,
είναι οι φωνές των παιδιών,
και το σφύριγμα του τρένου.
Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως
σ' έναν κάμπο με στάχυα,
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα,
για να βρεις λίγο χώρο να απλώσεις τα πόδια σου.
Κείνες τις ώρες,
σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα,
το τσιγάρο κομμένο στη μέση,
γυρίζει από στόμα σε στόμα,
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος,
βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης,
χαμογελάμε.


Λοιπόν παιδιά μου
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη να ταιριάζει
στο μπόι της λευτεριάς. ( Χ2 )
Μήτε πιο ψηλή μήτε πιο κοντή. ( Χ2 )
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη
να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς.
Το περίσσιο είναι ψεύτικο,
το λιγοστό είναι ντροπαλό
κι εγώ δεν το ‘χω σκοπό
να καμαρώσω
για τίποτα πιότερο,
για τίποτα λιγότερο
από άνθρωπος.
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη να ταιριάζει
στο μπόι της λευτεριάς.
Θα βρούμε το τραγούδι μας, ( Χ2 )
καλά πάμε, ( Χ2 )
θα βρούμε το τραγούδι μας.
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη
να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς. ( Χ2 )

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Χαμογελάμε κατά μέσα.
Αυτό το χαμόγελο,
το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο,
όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
παράνομη και η αλήθεια.
Κρύβουμε το χαμόγελο,
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας,
τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς,
ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό
και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν.
Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό,
δεν μπορούν να μας τα πάρουν.


Εδώ είναι το φως το αδελφικό
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Εδώ είναι ένα φως αδελφικό,
απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι να 'μαι εγώ πάνω από σένα,
ή εσύ πάνω από μένα.
Εδώ είναι να 'ναι ο καθένας μας
πάνω από τον εαυτό του.
Εδώ είναι ένα φως αδελφικό,
που τρέχει σαν ποτάμι
δίπλα στον μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε
ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε,
το 'να μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ' την κουβέρτα,
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.


Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ!
Πολύ μακρύς αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια.
Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος
κουνούσε το κεφάλι του
λέγοντας "πέρασε η ώρα"
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου
σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι
στους τοίχουςτων φυλακών,
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων.
Μια καρδιά, ένα τόξο,
ένα καράβι που ‘σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που ‘μειναν στη μέση
για να τους τελειώσουμε,
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν
για να μην τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ,
δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.
Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου,
και μετράς το σφυγμό του,
πάνω σε τούτο το σημάδι
που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός.
Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός.
Σίγουρος δρόμος.

Κι όχι να πείτε

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Προλογίζει ο ποιητής.
Τότες βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια, φωνάζαν τα ραδιόφωνα, ξανάλεγαν τους λόγους, Πίσω απ' τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος, μέσα στα τύμπανα αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι. Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι σάλπιγγες μπορείνα δίναν το ρυθμό στα βήματα, δε δίναν το ρυθμό στη καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό. Εμείς αγρυπνούσαμε, μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων, μαζεύαμε τα σκόρπια βήματα, βρίσκαμε το ρυθμό, τη καρδιά τη σημαία. Λοιπόν δεν είναι ανάγκη να φωνάξω για να με πιστέψουν, να πουν:" Όποιος φωνάζει έχει το δίκιο". Εμείς το δίκιο το 'χουμεμαζί μας και το ξέρουμε. Κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πως θα με πιστέψεις. Συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια, στις συνεδριάσεις, στη συνωμοτική δουλειά της κατοχής. Συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια πάνω απ' το φόβο και πάνω απ' τον πόνο. Ημέρα, ώρα, σύνθημα, στις τρομερές μουγκές γωνιές της νύχτας, στις διασταυρώσεις του χρόνου που μια στιγμή τις φώτιζε ο προβολέας του μέλλοντος. Βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια σημεία μονάχα, γραμμένα στο κουτί των τσιγάρων ή σ' ένα τόσο δα χαρτί κρυμμένο στο παπούτσι ή στο στρίφωμα του σακακιού μας. Ένα μικρό χαρτί σαν ένα μεγάλο γεφύρι πάνω απ' το θάνατο. Α, βέβαια όλα τούτα θα πουν, δεν είναι τίποτα. Όμως εσύ αδερφέ μου ξέρεις πως από τούτα τα απλά λόγια, από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια μεγαλώνειτο μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος, μεγαλώνουμε...
Κι όχι να πείτε που 'κανα και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που πέρασα κι ακούμπησα στον ίδιο τοίχο π' ακουμπήσατε. (δις)
Κι όχι να πείτε που 'κανα και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που φόρεσα τις ίδιες χειροπέδες που φορέσατε. (δις)
Κι όχι να πείτε που 'κανα και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που πόνεσα μαζί σας κι ονειρεύτηκα μαζί σας. (δις)
Μόνο που σε βρήκα και με βρήκες και με βρήκες σύντροφε. (δις)

Αυτοί που περιμένουν

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Έπεσε ο άνεμος, σιωπή.
Στη γωνιά της κάμαρας, ένα αλέτρι συλλογισμένο, περιμένει τ' όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά, το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.
Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο, είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας οι δυνατοί, είναι οι ξωμάχοι κι οι προλετάριοι, κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο βράχο ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.
Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών, φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας, τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές, που διασχίζουν το μέλλον. Κι η καρδιά μου εμένα, τίποτα πιότερο συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι, που κάνει καλά τη δουλειά του.

Έχεις ακόμα να κλάψεις πολύ

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Ρίτσος
Τώρα το δέντρο σε κοιτάει κατάματα μέσα απ' τα φύλλα του,
η ρίζα σου δείχνει όλο το δρόμο της,
εσύ κοιτάς κατάματα τον κόσμο δεν έχεις τίποτα να κρύψεις.
Τα χέρια σου είναι καθαρά,
πλυμένα με το χοντρό σαπούνι του ήλιου,
τα χέρια σου τ' αφήνεις στο συντροφικό τραπέζι ξέσκεπα,
τα εμπιστεύεσαι στα χέρια των συντρόφων σου.
Η κίνησή τους είναι απλή, γεμάτη ακρίβεια.
Κι όταν ακόμη βγάζεις μια τρίχα απ' το σακάκι του φίλου σου,
είναι σαν να βγάζεις ένα φύλλο απ' το ημερολόγιο επιταχύνοντας το ρυθμό του κόσμου.
Μ' όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

Κι έρχομαι μονάχα να σ’ αγκαλιάσω
Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου

Κι έρχομαι μοναχά να σ' αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
και μ' ένα του φιλί,
της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν,
πέρα απ' το φιλί τους.

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι, που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά, που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους, για τον πεινασμένο ήλιο, για τον κόσμο-ναι για όλο τον κόσμο ένα φτωχό, καπνισμένο μαυρισμένο τσουκάλι, που κάνει καλά τη δουλειά του. Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας.





Πηγή: http://www.stixoi.info/

Γιάννης Ρίτσος - Αγγελική Κώττη




Γιάννης Ρίτσος - Αγγελική Κώττη

Εαρινή συμφωνία - στίχοι

Εαρινή συμφωνία

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ

Χίλια εννιακόσια τριάντα οκτώ. Ο Ρίτσος τελειώνει την εαρινή συμφωνία. Η εαρινή συμφωνία είναι ένα ποίημα κοινωνικό-ερωτικό, γεμάτο με όλατα χρώματα της ίριδος. Ο ποιητής δίνει ένα παγκόσμιο μήνυμα εναντίον του επερχομένου πολέμου, αντιπαραθέτοντας την ομορφιά της ζωής.
"Ανοίχτε τα παράθυρα να μπει το σύμπαν ανθισμένο μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας", μερικές φράσεις.
Και.......
Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο
-στον ήλιο
και τραγουδάμε και τραγουδάμε.
Το φως κελαηδάει,
άιντε κελαηδάει
στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας.
Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε.
Αγαπούμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα.
Τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα.
Είμαστε, είμαστε κι εμείς όλα μαζί.
Μαζί κι ο ουρανός και η γη.
Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο-
στον ήλιο
και τραγουδάμε και τραγουδάμε.
Ο ήλιος με φωνάζει,
ο ήλιος με φωνάζει.
Χαρά, χαρά.
Δεν μας νοιάζει
τι θ' αφήσειτο φιλί μας
μες στο χρόνο και στο τραγούδι.

πηγή: www.stixoi.info

Την αρχή της γιορτής έκανε

Ποιος άλλος απ' την εαρινή συμφωνία;

2009 ΕΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

Καλώς ήρθες 2009!

Καλώς ήρθατε φίλοι μου, αγαπημένοι!

Το 2009 είναι αφιερωμένο στην μνήμη του μεγάλου μας Γιάννη Ρίτσου, καθώς κι αυτό το blog!

H Σονάτα του Σεληνόφωτος - Γιάννης Ρίτσος


H Σονάτα του Σεληνόφωτος

Γιάννης Ρίτσος

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):


Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα. Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησε με να έρθω μαζί σου.....


Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου). Άφησε με να έρθω μαζί σου. Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να έρθω μαζί σου....


Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια....


Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64, κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να έρθω μαζί σου...


Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα, έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευκότητα του σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα) - ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου, θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα, άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. - Όχι, δε φτάνει. Άφησε με να έρθω μαζί σου ...


Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει. Άφησε με να έρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις, να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε. Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις. Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω. Άφησε με να έρθω μαζί σου.....


Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει. Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του να ζει απ' τους νεκρούς του να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια. Άφησε με να έρθω μαζί σου. Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς, είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη, κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου. Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη, πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές, διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο. Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε, αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω. Άφησε με να έρθω μαζί σου....


Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαρειά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφήνουν πιαν να βγουν έξω μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για πού και γιατί έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς, και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της. Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ. Άφησέ με να έρθω μαζί σου....


Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών, τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν, ν' ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θυσαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια, μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω, μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν πάντως εγώ τα δίνω. Άφησέ με να έρθω μαζί σου....


Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου, - τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ' το τραπέζι μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του, και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου μην κοιτάξεις μέσα, έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε, ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστιριακές φωνές δεν τις ακούτε; Βαθύ-βαθύ το πέσιμο, βαθύ-βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του, βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...


Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη, άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις; Άφησέ με να έρθω μαζί σου....


Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματα σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα...


(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, - ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιάς εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.)