...κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου
η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
Άφησε με να έρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να έρθω μαζί σου....

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Βιογραφικό (ΕΚΕΒΙ)

Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
Ρίτσος Γιάννης


Τόπος Γέννησης:Πελοπόννησος- Μονεμβασιά
Έτος Γέννησης:1909
Έτος Θανάτου:1990
Λογοτεχνικές Κατηγορίες:Ποίηση
Θέατρο - Σενάριο
Μετάφραση
Μελέτη

Βιογραφικό Σημείωμα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)


Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909. Η οικογένειά του, μεγαλοκτηματίες της περιοχής, καταστράφηκε οικονομικά λίγα χρόνια αργότερα και, το χειρότερο, βυθίστηκε στο πένθος. Το 1921 πεθαίνει φυματικός ο μεγάλος γιος, δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού, καθώς και η μητέρα, το λατρεμένο πρόσωπο του ποιητή, από την ίδια αρρώστια. Το «νεκρό σπίτι» έμελλε να σφραγίσει τη ζωή και το έργο του. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στη "Διάπλαση των παίδων" το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό όραμα». Το 1925 εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται για λίγο ως δακτυλογράφος και αντιγραφέας συμβολαίων. Το επόμενο έτος προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Η ζωή του για πολλά χρόνια θα μοιράζεται ανάμεσα σε φθισιατρεία και σε διάφορες δουλειές με εξευτελιστικούς όρους (ηθοποιός, χορευτής, διορθωτής και επιμελητής κειμένων). Στο σανατόριο "Σωτηρία" όπου νοσηλεύεται (1927-30) μυείται στον μαρξισμό από μέλη του ΚΚΕ. Το «ιδανικό όραμα» ανακαλύπτει το κοινωνικό όραμα.

1934-36: Χρησιμοποιώντας τον παραδοσιακό στίχο, στις συλλογές «Τρακτέρ» (1934), «Πυραμίδες» (1935), εκφράζει τους νέους προσανατολισμούς του, επιχειρώντας μια ρήξη που αποδεικνύεται, όμως, αρκετά επώδυνη.
Τον Μάιο του 1936 η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των απεργών καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη τού εμπνέει τον «Επιτάφιο», μοιρολόι της μάνας μπροστά στο σώμα του σκοτωμένου γιου της, που μετατρέπεται σε κοινωνική διαμαρτυρία. Αντίτυπα του "Επιτάφιου" ρίχτηκαν στην πυρά από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, μαζί με άλλα βιβλία, σε ειδική "τελετή" στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

1937-43: Είναι η περίοδος της λυρικής έκρηξης. Το 1937, συγκλονισμένος από την ψυχική ασθένεια της αδελφής του Λούλας, που οδηγείται στο Δαφνί, γράφει «Το τραγούδι της αδελφής μου» (στο ίδιο ίδρυμα βρίσκεται ο πατέρας του από το 1932). Είναι το ποίημα που θα του εξασφαλίσει το «χρίσμα» από τον ηλικιωμένο Παλαμά: «Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις».
Η «Εαρινή συμφωνία» (1938) έρχεται να επουλώσει πληγές: ψυχική ανάταση μπροστά στο θαύμα του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Στο «Εμβατήριο του ωκεανού» (1940) το όνειρο του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες του μονεμβασιώτικου βράχου.
Την έντονη μουσικότητα διαδέχεται ένας υπόγειος ρυθμός στην «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» (1943) και στη «Δοκιμασία» (1943), όπου κάνουν την εμφάνισή τους σταδιακά συμβολικές αναφορές στη ζοφερή κατοχική πραγματικότητα.

1944-53: Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο ποιητής είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι από σοβαρή υποτροπή της αρρώστιας. Συμμετέχει στο καλλιτεχνικό τμήμα του ΕΑΜ. Πολλά από τα γραπτά του, μεταξύ των οποίων και ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, καταστράφηκαν στα Δεκεμβριανά. Στον Εμφύλιο, εξορίζεται στη Λήμνο (1948), στη Μακρόνησο (1949), στον Αϊ-Στράτη (1950). Απελευθερώνεται το 1952.
Από την «Τελευταία π. Α. εκατονταετία» (1942), που γράφεται παράλληλα με τη «Δοκιμασία», αρχίζει μια καινούργια περίοδος, η οποία καλύπτει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για ποιήματα του αγώνα και της εξορίας, τα οποία, αν και διαφέρουν μορφολογικά μεταξύ τους, τα συνδέουν η θεματική συνάφεια και η νωπή ιστορική εμπειρία.
Η κοινότητα του πόνου θα εκφραστεί με τη μορφή του χορικού («Τρία χορικά», 1944-47). Την εποποιία της Αντίστασης ζωντανεύουν τα δίδυμα έργα «Ρωμιοσύνη» και «Η Κυρά των Αμπελιών» (1945-47). Στον «Πέτρινο χρόνο» (1949), ο λόγος απογυμνώνεται, γίνεται κραυγή που ανεβαίνει από την κόλαση της Μακρονήσου. Συμπύκνωση, εξομολογητικότητα στα απέριττα «Ημερολόγια εξορίας». Παράλληλα, ένα ποίημα ποταμός (5.500 στίχοι), «Οι γειτονιές του κόσμου» (1949-51), «χρονικό» της δεκαετίας 1940-50. Με πολλά ενδιάμεσα στάδια, ο κύκλος κλείνει με την «Ανυπόταχτη πολιτεία» (1952-53), συνειδητοποίηση του βάθους της ήττας της αριστεράς με την επιστροφή στη μουδιασμένη και «εκσυγχρονιζόμενη» Αθήνα. Προσπάθεια επανένταξης και εσωτερικός αγώνας για την ανάκτηση των χαμένων ελπίδων.

1954-67: Το 1954 ο Ρίτσος παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιά (Φαλίτσα) Γεωργιάδη. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι ανάπαυλα ειρήνης και γαλήνης στο σπιτικό περιβάλλον. Τη γέννηση της κόρης του Έρης ακολουθεί χαρίζει το ευφρόσυνο «Πρωινό άστρο» (1955). Η εποχή αυτή θα φέρει καινούργια καρποφορία. Εσωτερικές διεργασίες και αντικειμενικές συνθήκες αποδεσμεύουν πολύτιμη ύλη που θα οδηγήσει το έργο του στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης. Είναι η περίοδος των υψηλών συλλήψεων και των ευρηματικών μορφικών τρόπων της «Τέταρτης διάστασης» (1972), που εγκαινιάζεται με την κλασική στην οικονομία της και την υποβλητική της γοητεία «Σονάτα του σεληνόφωτος» (1956, Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης).
Στα πολύστιχα αυτά ποιήματα –δραματικοί μονόλογοι τα περισσότερα–, ο Ρίτσος με διαφορετικά προσωπεία, σύγχρονα ή μυθολογικά, θα επιχειρήσει καταβυθίσεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής και του υποσυνείδητου, θα μιλήσει για τη μοναξιά, την ερωτική στέρηση, το γήρασμα του σώματος και των πραγμάτων («Σονάτα...», «Το νεκρό σπίτι», 1959• «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού», 1960), θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής όπου συντελείται το θαύμα, αποενοχοποιώντας τον αντιήρωα («Ισμήνη», 1972), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις του ατόμου-φορέα της κοινωνικής πράξης («Ορέστης», 1966• «Φιλοκτήτης», 1965). Επίσης, θα επιχειρήσει μια δυναμική ανακατάκτηση του χρόνου μέσα από την ατομική και ιστορική μνήμη («Όταν έρχεται ο Ξένος», 1958).
Παράλληλα με τις συνθέσεις της «Τέταρτης διάστασης», καλλιεργεί συστηματικά το ολιγόστιχο ποίημα, που δείχνει να συμπυκνώνει τους πληθωρικούς μονολόγους. Λιτό, συχνά αινιγματικό, καταγράφει χαμηλόφωνα τις ελάχιστες χειρονομίες, τους ψυχικούς κραδασμούς, καθηλώνει το φευγαλέο καθαγιάζοντας την καθημερινότητα. Ο ποιητής διαλέγεται με τον κόσμο των πραγμάτων (έπιπλα, σκεύη, εργαλεία της δουλειάς), αυτών των «απλών, απτών, αδιανόητων και κατευναστικών αντικειμένων, αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας», καθώς λέει ο ίδιος σχολιάζοντας τις «Μαρτυρίες» (1963, 1966).

1967-72: Αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1967, ο Ρίτσος οδηγείται πάλι στην εξορία (Γυάρος, Λέρος) και, στη συνέχεια, τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο έως το τέλος του 1970. Παράλληλα, αντιμετωπίζει το φάσμα του θανάτου (νοσηλεύεται στον "Άγιο Σάββα" φρουρούμενος). Από την άλλη, η διάσπαση του ΚΚΕ και η επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία κάθε άλλο παρά θα τονώσουν το ηθικό του. Και όμως, η ζοφερή επταετία θα είναι η πιο παραγωγική του περίοδος. Το πλήθος των βραβείων και των τιμητικών διακρίσεων στο εξωτερικό, όπως και οι μεταφράσεις ποιημάτων του σε διάφορες γλώσσες μαρτυρούν την ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση του έργου του.
Η τριπλή συλλογή «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» (1968-69) εκδόθηκε δίγλωσση στη Γαλλία: καταγγελία του καθεστώτος, έκφραση πικρίας, αλλά και αίσθημα «απορφανισμού», απόρροια της κρίσης στις σοσιαλιστικές χώρες. Χωρίς να λείπει η αντιστασιακή δόνηση, όπως στο χορικό «Ο Αφανισμός της Μήλος» (1974), ή στα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (1973), το κύριο σώμα των ποιημάτων αυτών διαποτίζεται από αίσθηση ματαιότητας και θανάτου. Σε συλλογές όπως «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη» (1974), «Διάδρομος και Σκάλα» (1973), «Γραφή τυφλού» (1979) εισβάλλει ο κόσμος του «ημερινού και νυχτερινού εφιάλτη». Ένας κόσμος σακατεμένος, παραμορφωμένος, παρανοϊκός.
Αλλά και σε μονολόγους της «Τέταρτης διάστασης» (1972), όπως ο «Αγαμέμνων», η «Χρυσόθεμις», «Η Ελένη», «Η επιστροφή της Ιφιγένειας», το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο υπαρξιακό πεδίο. Είναι η ώρα των απολογισμών: ο Τρωικός Πόλεμος, η θυσία της Ιφιγένειας, η καθαρτήρια μητροκτονία θέτουν τώρα το τραγικό αναπάντητο ερώτημα: Προς τι;
Και όμως, κατά την περίοδο της δικτατορίας θα ακουστούν συνθέσεις εξόδου που προοιωνίζονται μια καρποφόρα δημιουργία, ενδεικτική της εγρήγορσης, της θεληματικότητας και του πάθους του ακατάβλητου ποιητή.

1972-83: Η "Γκραγκάντα" (1972) και το "Κωδωνοστάσιο" (1974) ευαγγελίζονται τον αντιδικτατορικό ξεσηκωμό (Πολυτεχνείο), αλλά και εγκαινιάζουν νέους εκφραστικούς τρόπους. Μετα-υπερρεαλιστική, εξπρεσιονιστική γραφή, αμάλγαμα λόγιας και λαϊκής γλώσσας. Ένας κόσμος ρευστός, όπου άνθρωποι, ζώα, πράγματα συνδιαλέγονται απειθάρχητα: «...Και τα λόγια διασταυρούμενα, ανταποκρίσεις, απομακρύνσεις, παρεξηγήσεις, τυχαίες συνέχειες –το πιότερο μονόλογοι– λόγια ασυνάρτητα, ασήμαντα, ερευνητικά, αναπάντητα, απαραίτητα...», σχολιάζει ο ίδιος. Ένα αλλόκοτο σύμπαν μυρμηγκιάζει στην αστείρευτη φαντασία του ποιητή. Ίσως αυτό να σημαίνει ο τίτλος «Γίγνεσθαι» (συγκεντρωτικός τόμος που εκδόθηκε το 1988), σε σχέση μ’ ένα προηγούμενο «είναι». Τα «Επινίκια», επίσης συγκεντρωτικός τόμος που περικλείει ποιητικές συνθέσεις από το 1977 έως το 1983, ανακαλούν επικές μνήμες που προβάλλονται στο μέλλον. Ενορατικές συλλήψεις του υπερώριμου Ρίτσου, ο οποίος επενδύει, με όλη την ποιητική σκευή του και τον παράφορο λυρισμό του, άλλη μια φορά στο ιστορικό στοίχημα.
Προέκταση της ποίησής του η πεζή εννεαλογία «Εικονοστάσιο Ανώνυμων Αγίων» (1983-86), σύντηξη ατομικών και κοινωνικών βιωμάτων, αλλά και ερωτικών φαντασιώσεων.

Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πενήντα (!) ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.
Οι συλλογές που εκδόθηκαν αμέσως μετά το θάνατό του με τον τίτλο «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» (1991) είναι η ύστατη χειρονομία του. Απογοητευμένος από τη διάψευση των προσδοκιών του, κοιτάζει κατάματα το θάνατο μεταγγίζοντας και τις τελευταίες στιγμές του στο λόγο. «Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος. Αρχή».


Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Ρίτσου βλ. Βελουδής Γ., «Ρίτσος Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κώττη Αγγελική, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Νέα Εστία130, Χριστούγεννα 1991, αρ.1547, σ.4-9, Πετρόπουλος Θοδωρής, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Διαβάζω205, 21/12/1988, σ.34-46, Κώττη Αγγελική, Γιάννης Ρίτσος • Ένα σχεδίασμα βιογραφίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997 και Παππάς Γιάννης Η., «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Ελί - τροχος4-5, Χειμώνας 1994-1995, σ.15-31.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία

1

• Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο. Αθήνα, Κέδρος, 1981. (επιμέλεια Αικατερίνη Μακρυνικόλα. Γράφουν οι: Αλεξανδρόπουλος Μήτσος, Αλεξίου Έλλη, Ανδρόνικος Μανόλης, Βασιλικός Βασίλης, Βαφόπουλος Γ.Θ., Βελουδής Γιώργος, Βόρνινγκ Αγγελική, Βρεττάκος Νικηφόρος, Γιατρομανωλάκης Γιώργης, Γκάμπε Ντόρα, Γκιλλιέν Νικολά, Γκραμόν Ντομινίκ, Δεκαβάλλες Αντώνης, Δεσποτόπουλος Κώστας, Δούκα Μάρω, Ρεμόν Ζαν, Ζαμπελεάνου Εουτζέν, Θασίτης Πάνος, Θεοδωράκης Μίκης, Ιλίνσκαγια Σόνια, Οζντεμίρ Ίντζε, Κακλαμανάκη Ρούλα, Κασιαν Νίνα, Κήλυ Έντμουντ, Κοκόλης Ξ.Α., Λακαριέρ Ζακ, Λεμαίρ Ζεράρ - Ζωρζ, Λήβι Πήτερ, Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Μαρωνίτης Δ.Ν., Ματεφ Πάβελ, Μερακλής Μ.Γ., Μέρτσαντ Πωλ, Μιλλιέξ - Γκρίτση Τατιάνα, Μιλλιέξ Ροζέ, Μοσκώφ Κωστής, Μπανους Μαρία, Μπελέτσκι Αντρέι, Μπόγκζα Τζεο, Μποζίλωφ Μποζινταρ, Μποσκέ Αλαίν, Μυρσιάδης Κώστας, Νεσίν Αζίζ, Ντιντιέρ-Καστίγιο Μιγκέλ, Οικονόμου Ζήσης, Παπ Αρπαντ, Παπαγεωργίου Κώστας, Πέρι Μάσσιμο, Πολεβοϊ Μπορίς, Πολίτης Λίνος, Πρεβελάκης Παντελής, Προκοπάκη Χρύσα, Ρότολο Βιντσέντσο, Σάββας Μηνάς, Σαββίδης Γ.Π., Σαμαράκης Αντώνης, Σάμπο Καλμάν, Σαντζίλιο Κρεσέντσιο, Σαντζίλιο Τίνο, Σερένι Βιτόριο, Σιώτης Ντίνος, Σκιαδάς Αριστόξενος Δ., Σοκολιούκ Βικτόρ, Στυλιανός Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας, Ταμπάρ Πιερ, Τοπούζης Κώστας, Τρυς Ρενέ, Τσαρούχης Γιάννης, Τσερνισοβα Τατιάνα, Φραγκόπουλος Θ.Δ., Φράιερ Κίμων)
• Βελουδής Γιώργος, Γιάννης Ρίτσος: Προβλήματα μελέτης του έργου του. Αθήνα, Κέδρος, 1983.
• Βελουδής Γιώργος, Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1984.
• Βελουδής Γιώργος, «Ρίτσος Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.
• Γιάννης Ρίτσος · Μελέτες για το έργο του · Γράφουν: Αραγκόν · Αλεξανδρόπουλος Μ. · Αναγνωστάκη Ν. · Ιλίνσκαγια Σ. · Μπανούς Μ. · Μπηαν Π. · Σπανος Β. Ουϊλ. · Θασίτης Π. · Κακλαμανάκη Ρ. · Κουλουφάκος Κ. · Λειβαδίτης Τ. Αθήνα, Διογένης, 1975.
• Γκίνης Σπύρος Α., Για τον Γιάννη Ρίτσο. Αθήνα, Ιστορική Έρευνα, 1974.
• Γκιβάλου-Κατσίκη Άντα, «Ο μύθος και η πραγματικότητα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου (μερικές επισημάνσεις)», Νέα Εποχή206, 1-2/1991, σ.8-20.
• Διαλησμάς Στέφανος, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1981.
• Κακλαμανάκη Ρούλα, «Απόσταγμα αισθητικής λειτουργίας» (κριτική για το Ρόπτρο), Διαβάζω13, 9/1978, σ.60-61.
• Κεντρώτης Γιώργος, «Η Ελένη ή Το τρίτο ρόδο · Μια συγκριτική και ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου Η Ελένη», Πόρφυρας81-82 (Κέρκυρα), 4-9/1996, σ.577-594.
• Λαμπρινού Χρύσα, Για την Τριλογία του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, 1964 (ανάτυπο από την Επιθεώρηση Τέχνης110, 2/1964, σ.159-172).
• Μακρυνικόλα Αικατερίνη (επιμέλεια), Ο Αραγκόν για το Ρίτσο. Αθήνα, Κέδρος, 1983.
• Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου · 1924-1989. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας · Ιδρυτής Σχολή Μωραϊτη, 1993.
• Μαρωνίτης Δ.Ν., «Προβλήματα ποιητικής οικονομίας στο έργο του Γιάννη Ρίτσου», Η λέξη8, 10/1981.
• Μαστροδημήτρης Π.Δ., Εγκώμιο στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1987.
• Μπήαν Πήτερ, Αντίθεση και σύνθεση στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου · μετάφραση Γιάννης Κρητικός · επιμέλεια Αικατερίνη Μακρυνικόλα. Αθήνα, Κέδρος, 1980.
• Παπαντωνάκης Γ.Δ., Εισαγωγή στην παιδική ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Οδυσσέας, 1996.
• Παράσχος Κλέων, «Γιάννη Ρίτσου: Τρακτέρ», Νέα Εστία16, ετ.Η΄, 15/10/1934, αρ.188, σ.955-956.
• Πιερά Ζεράρ, Η μακριά πορεία ενός ποιητή · μετ. Ελένη Γαρίδη. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Πρεβελάκης Παντελής, Ο ποιητής Γιάννης Ρϊτσος · Συνολική θεώρηση του έργου του. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
• Προκοπάκη Χρύσα, Η πορεία προς τη Γκραγκάντα · ή οι περιπέτειες του οράματος. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
• Ρίτσου-Γλέζου Λούλα, Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου · Καταγραφή αφήγησης και επιμέλεια Μιχάλης Δημητρίου. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
• Σάββας Μηνάς, «Ο Ευριπίδης επαυξημένος μέσα από τη Φαίδρα του Γιάννη Ρίτσου», Πόρφυρας79, (Κέρκυρα), 10-12/1996, σ.36-42.
• Σαντζίλιο Κρεσέντσιο, Μύθος και ποίηση στον Ρίτσο · μετ. Θόδωρος Ιωαννίδης. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Τοπούζης Κώστας, Γιάννης Ρίτσος · Πρώτες σημειώσεις στο έργο του. Αθήνα, Κέδρος, 1979.
Αφιερώματα περιοδικών
• Αντί3, 19/7/1975, αρ.23.
• Αιολικά γράμματα6, 3-6-/1976, αρ.32-33.
• The Falcon , Άνοιξη 1978.
• Δρόμοι της ειρήνης, VII-IIX/1979.
• Θεατρικά Τετράδια1, 1/1980, αρ.2.
• Η λέξη7, 9/1981.
• Διαβάζω205, 21/12/1988.
• Νέα Εστία130, Χριστούγεννα 1991, αρ.1547.
• Ελί-τροχος4-5, Χειμώνας 1994-1995.
1. Για εξαντλητική βιβλιογραφία και εργογραφία του Γιάννη Ρίτσου ως το 1989 βλ. Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου · 1924-1989. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας · Ιδρυτής Σχολή Μωραϊτη, 1993.


Εργογραφία


(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) 1
Ι.Ποίηση
• Τρακτέρ. Αθήνα, Γκοβόστης, 1934.
• Πυραμίδες . Αθήνα, Γκοβόστης, 1935.
• Επιτάφιος. Αθήνα, εκδ. Ριζοσπάστη, 1936.
• Το τραγούδι της αδελφής μου . Αθήνα, Γκοβόστης, 1937.
• Εαρινή συμφωνία . Αθήνα, Γκοβόστης, 1938.
• Το εμβατήριο του Ωκεανού . Αθήνα, Γκοβόστης, 1940.
• Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής. Αθήνα, Γκοβόστης, 1943.
• Δοκιμασία. Αθήνα, Γκοβόστης, 1943 (οριστική μορφή το 1961 στον τόμο Ποιήματα Α’).
• Ο σύντροφός μας · Νίκος Ζαχαριάδης. Αθήνα, Γκοβόστης, 1945.
• Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. Βουκουρέστι, εκδοτικό Νέα Ελλάδα, 1952.
• Αγρύπνια . Αθήνα, Η Πυξίδα, 1954.
• Πρωινό Άστρο · Μικρή Εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών για την κορούλα μου. Αθήνα, 1955.
• Η σονάτα του σεληνόφωτος . Αθήνα, Κέδρος, 1956.
• Χρονικό . Αθήνα, Δίφρος, 1957.
• Αποχαιρετισμός · Οι τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά . Αθήνα, Κέδρος, 1957.
• Μακρονησιώτικα [=Πέτρινος χρόνος] (Μακρόνησος, Αύγουστος - Σεπτέμβρης 1949). Βουκουρέστι, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1957.
• Οι γειτονιές του κόσμου . Βουκουρέστι, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1957.
• Υδρία · Ελεγεία για μια σύντομη άνοιξη . Αθήνα, 1957.
• Χειμερινή διαύγεια . Αθήνα, Κέδρος, 1957.
• Όταν έρχεται ο Ξένος (1958). Αθήνα, Κέδρος, 1958.
• Ανυπόταχτη Πολιτεία . Βουκουρέστι, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1958.
• Η αρχιτεκτονική των δέντρων. Βουκουρέστι, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1958.
• Οι γερόντισσες και η θάλασσα · Χορικό. Αθήνα, Δίφρος, 1959.
• Το παράθυρο . Αθήνα, Κέδρος, 1960.
• Η γέφυρα . Αθήνα, Κέδρος, 1960.
• Ο Μαύρος Άγιος . Αθήνα, Κέδρος, 1961.
• Το νεκρό σπίτι . Αθήνα, Κέδρος, 1962.
• Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού . Αθήνα, Κέδρος, 1962.
• Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες · Πέντε ξυλογραφίες της Ζιζής Μακρή. Αθήνα, εκδ. Επιθεώρησης Τέχνης, 1963.
• 12 ποιήματα για τον Καβάφη . Αθήνα, Κέδρος, 1963.
• Μαρτυρίες · Σειρά πρώτη . Αθήνα, Κέδρος, 1963.
• Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού. Αθήνα, Κέδρος, 1964.
• Φιλοκτήτης . Αθήνα, Κέδρος, 1965.
• Ρωμιοσύνη. Αθήνα, Θεμέλιο, 1966.
• Μαρτυρίες · Σειρά δεύτερη. Αθήνα, Κέδρος, 1966.
• Ορέστης. Αθήνα, Κέδρος, 1966.
• Όστραβα. Αθήνα, Κέδρος, 1967.
• Pierres Repetitions Barreaux - Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα. Gallimard, Paris, 1971. (πρώτη ελληνική έκδοση - Αθήνα, Κέδρος, 1972)
• Η Ελένη (1970). Αθήνα, Κέδρος, 1972.
• Χειρονομίες . Αθήνα, Κέδρος, 1972.
• Τέταρτη διάσταση . Αθήνα, Κέδρος, 1972.
• Η επιστροφή της Ιφιγένειας . Αθήνα, Κέδρος, 1972.
• Χρυσόθεμις . Αθήνα, Κέδρος, 1972.
• Ισμήνη . Αθήνα, Κέδρος, 1972.
• Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας. Αθήνα, Κέδρος, 1973.
• Διάδρομος και σκάλα. Αθήνα, Κέδρος, 1973.
• Γκραγκάντα . Αθήνα, Κέδρος, 1973.
• Ο αφανισμός της Μήλος . Αθήνα, Κέδρος, 1974.
• Σεπτήρια και δαφνηφόρια · Ένας ποιητής ένα ποίημα · Γιάννης Ρίτσος. Αθήνα, Αστερίας, 1973.
• Καπνισμένο τσουκάλι . Αθήνα, Κέδρος, 1974.
• Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο . Αθήνα, Κέδρος, 1974.
• Κωδωνοστάσιο . Αθήνα, Κέδρος, 1974.
• Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη. Αθήνα, Κέδρος, 1974.
• Χάρτινα. Αθήνα, Κέδρος, 1974.
• Η Κυρά των Αμπελιών . Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• Η τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία . Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• Τα Επικαιρικά. Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• Το υστερόγραφο της δόξας · Άρης Βελουχιώτης . Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• Ημερολόγια εξορίας · 1948-1950. Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• Μαντατοφόρες. Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• Θυρωρείο. Αθήνα, Κέδρος, 1976.
• Το μακρινό . Αθήνα, Κέδρος, 1977.
• Γίγνεσθαι · Προμετωπίδα Γιάννη Τσαρούχη. Αθήνα, Κέδρος, 1977.
• Το ρόπτρο . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Τα παιδιά της ΚΝΕ. Αθήνα, εκδ. Οδηγητή, 1977.
• Λοιπόν ; Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Βολιδοσκόπος . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Η Πύλη . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Τροχονόμος . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Τοιχοκολλητής . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Μονεμβασιώτισσες . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Το σώμα και το αίμα. Αθήνα, Κέδρος,1978.
• Το τερατώδες αριστούργημα . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Φαίδρα . Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα · Σχέδια Τζένη Δρόσου. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Γραφή τυφλού. Αθήνα, Κέδρος, 1979.
• Μονόχορδα . Αθήνα, Κέδρος, 1980.
• Πάροδος. Αθήνα, Κέδρος, 1980.
• Διαφάνεια. Αθήνα, Κέδρος, 1980.
• Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού · Σχέδια Τζένη Δρόσου. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
• Τα Ερωτικά . Αθήνα, Κέδρος, 1981.
• Συντροφικά τραγούδια . Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1981.
• Ιταλικό τρίπτυχο. Αθήνα, Κέδρος, 1982.
• Υπόκωφα . Αθήνα, Κέδρος, 1982.
• Μονοβασιά . Αθήνα, Κέδρος, 1982.
• Αριόστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του (1942-1971). Αθήνα, Κέδρος, 1982.
• Το χορικό των σφουγγαράδων . Αθήνα, Κέδρος, 1983.
• Τειρεσίας . Αθήνα, Κέδρος, 1983.
• Τι παράξενα πράματα · Μυθιστόρημα (;) . Αθήνα, Κέδρος, 1983.
• Με το σκούντημα του αγκώνα. Αθήνα, Κέδρος, 1984.
• Ταναγραίες . Αθήνα, Κέδρος, 1984.
• Ίσως να’ναι κι έτσι . Αθήνα, Κέδρος, 1985.
• Επινίκια. Αθήνα, Κέδρος, 1984.
• Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς . Αθήνα, Κέδρος, 1985.
• Όχι μονάχα για σένα . Αθήνα, Κέδρος, 1985.
• Σφραγισμένα μ’ ένα χαμόγελο . Αθήνα, Κέδρος, 1986.
• Λιγοστεύουν οι ερωτήσεις 1-9. Αθήνα, Κέδρος, 1986.
• Ο Αριόστος αρνείται να γίνει Άγιος · Πεζογράφημα. Αθήνα, Κέδρος, 1986.
• Ανταποκρίσεις . Αθήνα, Κέδρος, 1987.
• 3 x 111 Τρίστιχα . Αθήνα, Κέδρος, 1987.
ΙΙ. Μελέτες
• Μελετήματα· Μαγιακόβσκη - Χικμέτ - Έρενμπουργκ - Ελυάρ - “Μαρτυρίες” - “Θυρωρείο”. Αθήνα, Κέδρος, 1974.
ΙΙΙ.Θέατρο
• Πέρα απ’ τον ίσκιο των κυπαρισσιών · Επικό δράμα σε τρεις πράξεις - 27 εικόνες. Βουκουρέστι, Πολιτικές και Λογοτεχνικές εκδόσεις, 1958.
• Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα · Δράμα σε τρεις πράξεις. Βουκουρέστι, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1959.
ΙV. Μεταφράσεις
• Ναζίμ Χικμέτ · Ποιήματα · Μεταφραστής Πέτρος Βελιώτης [= Γιάννης Ρίτσος]. Αθήνα, Σύγχρονα βιβλία, 1953.
• Αλέξη Τολστόη · (διασκευή) · Η γκρινιάρα κατσίκα και άλλα ρωσικά λαϊκά παραμύθια · Μετάφραση από τα ρωσικά: Α. Σαραντόπουλου · Διασκευή στα ελληνικά: Πέτρου Βελιώτη [=Γιάννη Ρίτσου]. Αθήνα, Κέδρος, 1956.
• Αλεξάνδρου Μπλοκ · Οι δώδεκα · απόδοση Γιάννη Ρίτσου · Σχέδια και επιμέλεια Τ. Καλμούχου. Αθήνα, Κέδρος, 1957.
• Ανθολογία ρουμανικής ποίησης · Πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1961.
• Αττίλα Γιόζεφ · Ποιήματα · Μετάφραση Νικηφόρου Βρεττάκου, Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1963.
• Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκη · Ποιήματα · Πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1964.
• Ντόρα Γκάμπε · Εγώ, η μητέρα μου κι ο κόσμος · Μετάφραση Γιάννη Ρίτσου · Εικόνες Φώτη Φιλιακου. Αθήνα, Κέδρος, 1965.
• Ναζίμ Χικμέτ · Ποιήματα · Πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1966.
• Ηλία Έρενμπουργκ · Το δέντρο · Πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1966.
• Νικολας Γκιλλιέν · Ο μεγάλος ζωολογικός κήπος · απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Θεμέλιο, 1966.
• Σεργκέη Γιεσενιν · Ποιήματα · Απόδοση Γιάννη Ρίτσου · Βασισμένη στην κατά λέξη μετάφραση της Κατίνας Ζορμπαλά. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
• Φερεϋντούν Φαριάντ · Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια · Απόδοση Γιάννης Ρίτσος. Αθήνα, Κέδρος, 1988.
V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Ποιήματα 1930-1960· Τόμος Α΄. Αθήνα, Κέδρος, 1961.
• Ποιήματα 1930-1960· Τόμος Β΄. Αθήνα, Κέδρος, 1961.
• Ποιήματα 1930-1960 · Τόμος Γ΄. Αθήνα, Κέδρος, 1964.
• Ποιήματα 1938-1971 · Τόμος Δ΄. Αθήνα, Κέδρος, 1975.
• ΠοιήματαΙΒ΄. Αθήνα, Κέδρος, 1997.
• Γλυκειά μου Λούλα· επιμέλεια Δέσποινα Γλέζου. Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1997 (αλληλογραφία του Γιάννη Ρίτσου με την αδελφή του).

1. Για εξαντλητική βιβλιογραφία και του Γιάννη Ρίτσου ως το 1989 βλ. Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου · 1924-1989. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας · Ιδρυτής Σχολή Μωραϊτη, 1993.


Επιπλέον Πληροφορίες

Χειρόγραφα του λογοτέχνη υπάρχουν στο Γενικό Αρχείο του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.)



Νέα αναζήτηση Print
H Σονάτα του Σεληνόφωτος

Γιάννης Ρίτσος .

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα. Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησε με να έρθω μαζί σου.....

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου). Άφησε με να έρθω μαζί σου. Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να έρθω μαζί σου....

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια....

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64, κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να έρθω μαζί σου...

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα, έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευκότητα του σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα) - ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου, θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα, άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. - Όχι, δε φτάνει. Άφησε με να έρθω μαζί σου ...

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει. Άφησε με να έρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις, να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε. Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις. Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω. Άφησε με να έρθω μαζί σου.....

Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει. Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του να ζει απ' τους νεκρούς του να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια. Άφησε με να έρθω μαζί σου. Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς, είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη, κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου. Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη, πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές, διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο. Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε, αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω. Άφησε με να έρθω μαζί σου....

Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαρειά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφήνουν πιαν να βγουν έξω μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για πού και γιατί έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς, και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της. Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ. Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών, τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν, ν' ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θυσαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια, μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω, μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν πάντως εγώ τα δίνω. Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου, - τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ' το τραπέζι μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του, και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου μην κοιτάξεις μέσα, έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε, ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστιριακές φωνές δεν τις ακούτε; Βαθύ-βαθύ το πέσιμο, βαθύ-βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του, βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη, άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις; Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματα σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα...

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, - ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιάς εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.)