Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗ, ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ:
http://yannisritsos.gr/

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Από Χρυσόμυγα

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.


Στη Ρωμιοσύνη, όπως αποκαλύπτει ο τίτλος, ο ποιητής υμνεί τη δύναμη του Ρωμιού, του Έλληνα, σε όλη την Οικουμένη. Ο Ρίτσος γίνεται καθολικός και παγκόσμιος ποιητής.

"Τέσσερις στίχοι, νοηματικά αυτόνομοι. Τέσσερα υποκείμενα ("δέντρα", "πέτρες", "πρόσωπα", "καρδιές"). Κοινό ρήμα, "δε βολεύονται", που πάει να πει ότι τα τέσσερα υποκείμενα έχουν κοινά αισθήματα, κοινή αντίδραση, άρα είναι ομοειδή. Δέντρα-πέτρες-πρόσωπα-καρδιές έχουν την ίδια συμπεριφορά, σαν μέλη της ίδιας κοινότητας. Δεν ισχύει καμιά διάκριση μεταξύ φυσικού και ανθρώπινου. Η κοινή στάση κι η κοινή απαίτηση έχει ως αντικείμενο το ακέραιο: Όλο τον ουρανό, όλο τον τόπο, μόνο τον ήλιο, μόνο το δίκιο. Άνθρωποι και φύση σε μια πλήρη αλληλεγγυότητα συμπεριφέρονται ως αυτοδίκαιοι κάτοχοι όλων των αξιών. Η φύση προσφέρει στον άνθρωπο ένα όραμα πληρότητας. Δεν επιδέχεται "εκπτώσεις", δεν ανέχεται κανέναν ακρωτηριασμό, δεν μπορεί να συμβιώσει με το λειψό και το μισερό, συνεπώς απορρίπτει κάθε μορφή υποδούλωσης (τα "ξένα βήματα" υποδηλώνουν τον κατακτητή). Η φύση λοιπόν διακρίνεται από ένα ορισμένο ήθος και εμπνέει ένα ανάλογο ανθρώπινο ήθος. Μεταγράφει στο πεδίο των ανθρώπινων αξιών τη δεσπόζουσα φυσική κατηγορία της πληρότητας σε ένστικτο ανεξαρτησίας".

(από την εισήγηση του Ερατοσθένη Γ. Καψωμένου με θέμα "Παράδοση και πρωτοπορία στην ποίηση και την ποιητική του Γιάννη Ρίτσου", που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου "Ο Ποιητής και Πολίτης Γιάννης Ρίτσος").


Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.

Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά
ουρανό
πάνου απ' την πίκρα τους.

Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,

μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι

το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους

το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό

κι έχουνε τον καημό βαθιά βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο

όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μεσ` απ` τα άγρια γένια τους

όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του τοπίου: "Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή". "Τα δέντρα, οι πέτρες, ο ήλιος, ο ουρανός, το χρώμα, το τοπίο που σφίγγει τις ορφανές ελιές, είναι ένας χώρος οικείος και φωτεινός, που μέσα στη φωτεινότητά του προβαίνει σαν ένας χώρος πολιορκημένος από στεριά και θάλασσα. Κι όμως, την ίδια στιγμή της έσχατης δοκιμασίας, αυτή η πολιορκία, αυτή η πίκρα και ο θάνατος, αναιρούνται και από τη φθορά αναπηδά αβίαστα η ανακαινιζόμενη ζωή, ένα θαύμα εξακοντισμένο στόν ορίζοντα".

("Νέα Εστία" - Γιάννης Ρίτσος - Χριστούγεννα 1991)

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος

η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους

η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.
Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν, γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα

όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη

και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.


"Ο ποιητής με την υπέροχη ποιητική σύλληψη αποκαλύπτει τη δύναμη της θέλησης και την αξία του αγώνα για ελευθερία. Το ποίημα αυτό θα μπορούσε να συνεξεταστεί με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού. Το ποίημα οδηγείται στην κορύφωση μέσα από έντονο λυρισμό, από υπέροχες εικόνες, ιδέες, αξίες και λεκτικές επιλογές με κατακλείδα στην τελευταία στροφή την ασύλληπτη δύναμη των αγωνιστών, που αναδεικνύεται με τη λογική αντίφαση, που, παρά τις στερήσεις και τους θανάτους, φέρνουν το νέο μήνυμα της ζωής, με τη λάμψη των ματιών τους. Ο ποιητής προφητεύει το μέλλον ως παρόν με την επικράτηση της Ελευθερίας και Δικαιοσύνης, π.χ. «πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους/ μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη/ και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ΄τα χέρια τους/ για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.». Οι στίχοι αυτοί με τη σημειωτική του «κατακόκκινου» (πολιτικό στίγμα) ως οικουμενικού συμβόλου, της σημαίας, της φωτιάς και των περιστεριών, που φέρνουν το αισιόδοξο μήνυμα σε όλο τον πλανήτη, ηχούν ως θούριος, τύπου Ρήγα Φεραίου και πιστοποιούν τη θέληση των αγωνιστών για επιτυχία του αγώνα τους μέσα από μια ξεχωριστή εικονοποιϊα και πολυσημική χρήση των λέξεων".

(Χριστίνα Αργυροπούλου, "Ο Σχολικός Ρίτσος και συνομιλία του έργου του με την ιστορία και τα κοινωνικά δρώμενα".).

Δεν υπάρχουν σχόλια: