Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗ, ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ:
http://yannisritsos.gr/

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Αναμετάδοση

Ο Γιάννης Ρίτσος,στιχουργός σε “ελαφρά” τραγούδια του ‘60

Απριλίου 30, 2009 · 14 σχόλια

O Γιάννης Ρίτσος ευτύχησε να δει και να ακούσει, μελοποιημένα από καταξιωμένους συνθέτες, πολλά από τα μεγάλα του ποιητικά δημιουργήματα.
Ο Μίκης Θεοδωράκης έντυσε με την μουσική του τον “Επιτάφιο”, την “Ρωμιοσύνη” και “τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας”. Χάρη στον Χρήστο Λεοντή οι στίχοι από το “καπνισμένο τσουκάλι” έσμιξαν μέσα στις καρδιές μας με τις φωνές του Νίκου Ξυλούρη και της Τάνιας Τσανακλίδου. Ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε ποιήματα του Ρίτσου στην “καντάτα για την Μακρόνησο” και στη “Σονάτα του Σεληνόφωτος”, ο Σπύρος Σαμοΐλης στις “γειτονιές του κόσμου”, ο Μάριος Τόκας στην “πικραμένη μου γενιά”.Ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε την “Εαρινή συμφωνία”, ο Μιχάλης Τερζής “τον ύμνο και θρήνο για την Κύπρο”, αλλά και άλλοι συνθέτες αναμετρήθηκαν μελωδικά με την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.
Στο ποστ αυτό θα παρουσιάσω κάποια νεανικά ποιήματα του Ρίτσου, από ανέκδοτες ποιητικές του συλλογές, που σύμφωνα με τους μελετητές του έργου του γράφτηκαν στις αρχές τις δεκαετίας του 30. Τα ποιήματα αυτά μελοποιήθηκαν κατά την δεκαετία του ‘60 από τον συνθέτη και προσωπικό φίλο του ποιητή Σπήλιο Μεντή. Τα περισσότερα από αυτά κυκλοφόρησαν σε δίσκους 45 στροφών με την φωνή της Γιοβάννας. Μερικά από αυτά διαγωνίστηκαν στον διαγωνισμό τραγουδιού της Θεσσαλονίκης το 1964 και 1965.
Τα ποιήματα του Ρίτσου που μελοποίησε ο Σπήλιος Μεντής, είναι ίσως ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει στιχουργικά το αποκαλούμενο “ελαφρό” τραγούδι. Στίχοι γεμάτοι δροσιά και φρεσκάδα που γεννάνε στο μυαλό ολοζώντανες εικόνες. Ο νεανικός Ρίτσος των “ελαφρών” (οι ελαφροί ας τα λέγουν ελαφρά, όπως θα έλεγε και ο Καβάφης) αυτών τραγουδιών είναι ήδη ώριμος ποιητικά, σε μέτρο, ομοιοκαταληξία και περιεχόμενο.Με υλικά απλά και καθημερινά (ο παγωτατζής, η νεραντζιά, το φεγγάρι, το εξοχικό κεντράκι) μας δίνει μικρά αριστουργήματα, την εποχή που κάποιοι άλλοι με τα ίδια ακριβώς υλικά πλημμύριζαν με σαχλοτράγουδα την πλάση.
Ας περάσουμε όμως στα τραγούδια, να γλυκάνει το μυαλό και η καρδιά μας.
Ο “Παγωτατζής” κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1964 με την φωνή της Γιοβάννας:

Τριάντα περίπου χρόνια αργότερα συναντάμε και πάλι τον “Παγωτατζή” στον δίσκο “Σερενάτα χωρίς φεγγάρι” με την φωνή της Αφροδίτης Μάνου:

Ο Παγωτατζής

Του παγωτατζή το καροτσάκι στο σοκάκι
μέσα στο χρυσό λιοπύρι
του φτωχού το πανηγύρι.
Τρέχουν τα μικρά τ’ αγόρια σαν κοκόρια
και πιο πέρα τα κοράσια
σαν ζουμπούλια, σαν κεράσια.

Ένα παγωτό χωνάκι
κρέμα, φράουλα,σοκολάτα
Δρόσισε όλο το δρομάκι
τι είν΄τα νιάτα, τι είν’ τα νιάτα.
Μια καρδιά γαρουφαλιά
μοναχά δε τη δροσίζει
Καίγεται στη σιγαλιά
ρουμπινιά φωτιά και τρίζει.

Του παγωτατζή το καροτσάκι στο σοκάκι
μια μικρή λευκή εκκλησούλα
καμωμένη από δροσούλα
Κι είναι το μικρό χωνάκι σαν κεράκι
λίγο λίγο λιώνει, σβήνει
του καημού συχώριο δίνει.

Το καροτσάκι με τα παγωτά λευκή εκκλησία από δροσιά και το χωνάκι παγωτό κεράκι που λίγο λίγο λιώνει! Τι γλυκιά “ιεροσυλία”!
Την ίδια χρονιά, η Γιοβάννας κυκλοφορεί σε δίσκο την “Νεραντζιά”. Το τραγούδι αυτό ήταν η συμμετοχή του Σπήλιου Μεντή και του Γιάννη Ρίτσου στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης . Ανοίξτε τα ηχεία και κλείστε τα μάτια για να πλημμυρίσετε από τις πανέμορφες εικόνες που “ζωγραφίζουν” οι στίχοι του Ρίτσου.

Νεραντζιά

Νεραντζιά σε λεν και σένα
άσπρο ανθάκι κι ευωδιά,
δυο νεράντζια χρυσωμένα
δυο πουλιά μες στα κλαδιά.

Πού θα γύρω, τι θα γίνω,
πώς κοιμάσαι μοναχή,
τι γαλάζιο η νύχτα κρίνο
μες στων άστρων την βροχή.

Κοίτα λάμψη και χρυσάφι
νεραντζιά, νεραντζιά
η ψυχή μου τρέμει ελάφι
πάνω από τα μαβιά νερά.

Όλος βάφτηκα στον μούστο
νεραντζιά, νεραντζιά,
το ξανθό φεγγάρι κρούστο
με τα πόδια τ’ αργυρά.

Πώς τινάζεις το σεντόνι
στο χαγιάτι τα πρωϊνά
λες και η ρούγα μας απλώνει
για το πέλαγο πανιά.

Κι όπως μένεις στο κατώφλι
τα βραδάκια σιωπηλή,
σπάζει τ’ άστρο γκρίζο τσόφλι
βγαίνει αηδόνι και λαλεί.

Κοίτα λάμψη και χρυσάφι
νεραντζιά, νεραντζιά
η ψυχή μου τρέμει ελάφι
πάνω από τα μαβιά νερά.

Όλος βάφτηκα στον μούστο
νεραντζιά, νεραντζιά,
το ξανθό φεγγάρι κρούστο
με τα πόδια τ’ αργυρά.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν σε δίσκους δύο ακόμα τραγούδια των Ρίτσου-Μεντή, με ερμηνεύτρια την Σούλα Μπιρμπίλη. Εδώ θα τα ακούσουμε όμως από την Γιοβάννα. Το πρώτο έχει τίτλο “Κίτρινο Φθινόπωρο”. Όλη η μελαγχολία του Φθινοπώρου αποτυπωμένη σε ένα χρώμα, το κίτρινο, και σε μια ανέγγιχτη στο ποτήρι βανίλια. Αλλά και η ελπίδα, που κρύβεται στα βήματα των εργατών και στις πράσινες, ακόμα, ρίζες.

Κίτρινο Φθινόπωρο

Κίτρινο φθινόπωρο,
κίτρινη η καρδιά μου
όσα χθες σε φτέρωναν,
τώρα πέφτουν χάμου.

Στο καφενεδάκι μας
κίτρινη κι η γρίλια
στο ποτήρι ανέγγιχτη
έλιωσε η βανίλια.

Ένα φίλο κίτρινο έχεις για ρολόι
κίτρινη ώρα έρχεται για το φτωχολόι.
Τρεις εργάτες πέρασαν κάτω απ’ τις μαρκίζες
άκου αυτά τα βήματα, πράσινες οι ρίζες.

Τι να πούμε αγάπη μου,
λόγια πια δε βρίσκω
νιώθω το κατόπι μας
το μεγάλο ίσκιο.
Κίτρινο τ’ απόβραδο,
κίτρινη ησυχία
μες στη μνήμη ακούγεται
κίτρινη ρομβία.

Ένα φίλο κίτρινο έχεις για ρολόι
κίτρινη ώρα έρχεται για το φτωχολόι.
Τρεις εργάτες πέρασαν κάτω απ’ τις μαρκίζες
άκου αυτά τα βήματα, πράσινες οι ρίζες.

Το “κίτρινο φθινόπωρο” ερμηνεύει και στον δίσκο “Σερενάτα χωρίς φεγγάρι” και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης με το δικό του στυλ:

Το δεύτερο τραγούδι έχει τίτλο “Ανοιξιάτικο βραδάκι”.

Ανοιξιάτικο βραδάκι

Γράφει το φεγγάρι γράφει
μ’ ασημένια κιμωλία
στο σμαράγδινο χωράφι
την καινούργια μας φιλία.

Γράφει και στις πόρτες πάνω
και στις μάντρες και στους δρόμους,
δίπλα σου να γείρω κάνω
και μ’ ασήμωσε τους ώμους.

Τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι
θα με πάρει
κράτα με απ΄το χέρι.
Κοίτα τ’ άλλο το ζευγάρι
είναι ένα αστέρι
(αστέρι γιά μαχαίρι; )
κόψαν τ΄αξεδιάλυτο κουβάρι
και φιλί με το φιλί
σκαλί σκαλί
ανεβαίνουν στο φεγγάρι.

Ρίξε τα κλειδιά στον αέρα
κλείσε το πικρό βιβλίο
το φεγγάρι λάμπει ως πέρα
σαν τζαμένιο ανθοπωλείο

Μήτε ξέρω τι ‘ναι δάκρυ
τ’ άστρα σε ραντίζουν ρύζι
τα χρυσά γαλάζια μάκρη
ο διπλός μας ίσκιος σκίζει.

Το 1965 η Γιοβάννα ερμηνεύει το “Φτωχόπαιδο” στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το τραγούδι κερδίζει το Β’ βραβείο. Αργότερα το “Φτωχόπαιδο” ερμηνεύει σε δίσκο , σε πιο λαϊκή ενορχήστρωση για να ταιριάξει με το ύφος της και η Μαρινέλλα, από την οποία και το ακούμε:

Φτωχόπαιδο

Φτωχόπαιδο της γειτονιάς
με τα φαρδιά σου χέρια
στο βραδινό ουρανό κινάς
τα γνέφια και τ’ αστέρια

Φτωχόπαιδο της γειτονιάς
με τα τριμμένα ρούχα,
που πάντα αμίλητο περνάς
κρυφή λαχτάρα πού’χα.

κάτω απ’ τα ρούχα τα παλιά
μεστώνει το κορμί σου,
καημός και φως και σιγαλιά
και φράγμα της αβύσσου.

Οι αδελφές Μπέτυ και Μιράντα Δήμα τραγουδούδησαν το 1966 σε δίσκο τα τραγούδια “Το εξοχικό κεντράκι” και “Αχ το φεγγαράκι βάσανο”.
Θα ακούσουμε “το εξοχικό κεντράκι” από την Αφροδίτη Μάνου από τον δίσκο “Σερενάτα χωρίς φεγγάρι”. Στις σημειώσεις του δίσκου για το τραγούδι αυτό αναφέρονται ως χορωδία εκδρομέων η Αρλέτα, η Μαρία Δημητριάδη,η Νένα Μεντή (η γνωστή ηθοποιός και κόρη του συνθέτη), ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, η Αφροδίτη Μάνου και ο Γρηγόρης Ψαριανός.
Τι υπέροχη παρέα!

Το εξοχικό κεντράκι
Το εξοχικό κεντράκι μας κουρνιάζει μες στο δείλι
ματώνει ο ήλιος σαν πληγή το γαλανό μαντήλι.
Το πιάνο ακόμα σφαλιχτό και στην καρέκλα μένει
η μαύρη θήκη του βιολιού σαν μια ψυχή θλιμμένη.

Σε λίγο εδώ θα φτάσουνε τα πρώτα ζευγαράκια
αχ! τι πουκάμισα ανοιχτά, τι κεντητά μπλουζάκια,
βροντές γκαζόζας θ’ ακουστούν κάτω απ’ τα δέντρα φως μου
μύρια ταμπούρλα του έρωτα στο πείσμα όλου του κόσμου.

Στο τοίχο απάνω απόμεινε του λιοπυριού το χνότο
ίσκιος και φως εσμίξανε, ποιο υστερνό, ποιο πρώτο.
Μπροστά στην πόρτα μοναχό σωπαίνει το γκαρσόνι
στον ώμο του η πετσέτα του λευκό πουλί σκαλώνει.

Εικόνες που χάθηκαν για πάντα και ήχοι (βροντές γκαζόζας) που δύσκολα θα τους προσέξει κανείς σήμερα μέσα σ΄αυτόν τον πολύβουο κόσμο που περνάμε τις μέρες μας.

Το τραγούδι “Αχ το φεγγαράκι βάσανο” όπως και το “ψιλόβροχο” με το οποίο διαγωνίστηκε ο Γιάννης Βογιατζής στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1964, δυστυχώς δεν τα βρήκα. Αν κάποιος τα διαθέτει, θα χαρώ πολύ αν μου τα στείλει για να συμπληρωθεί αυτή η εικόνα του Γιάννη Ρίτσου, ως στιχουργού “ελαφρών” τραγουδιών.
———————————–
*Το ποστ αυτό είναι η συμμετοχή μου στο κάλεσμα της συνιστολόγου Αγγελικής Κώττη (Εαρινή Συμφωνία), να ανεβάσουμε στα blog μας ενόψει της Πρωτομαγιάς ποστ για τον Γιάννη Ρίτσο. Μπας και ξυπνήσουν τα υπουργεία και αποφασίσουν να κάνουν κάποια εκδήλωση για τον ποιητή, στον οποίο είναι αφιερωμένο το 2009

Κατηγορίες: Hellas · Αφορμής δοθείσης · Επί τη επετείω · Μουσική με μούσι
Tagged: ,

Αναμετάδοση

Το δικό μου αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίτσο.

Απριλίου 30, 2009 · 2 σχόλια

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ.

Το εργο ειχε τιμηθει το 1956 με το πρωτο κρατικό βραβείο ποίησης.

Ακούγεται το Moonlight shadow του Μπετόβεν.

Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.

Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο: Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα. Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.

Άφησε με να έρθω μαζί σου..… Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).

Άφησε με να έρθω μαζί σου Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

Άφησε με να έρθω μαζί σου…. Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.

Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια….

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64, - κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, - κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να έρθω μαζί σου…

Κατηγορίες: theme

Αναμετάδοση

Παιχνίδια τ' ουρανού και του νερού, Γιάννης Ρίτσος

Καθόταν στο κατώφλι και χτενίζονταν.
Ένα πουλί της κράταε τον καθρέφτη.
Άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα της μίλαγαν.
Οι σουσουράδες στη ροδακινιά την πείραζαν.
Κι αυτή όλο να χτενίζεται κι όλο να τραγουδάει:

"αχ τρέλα,τρελή τρέλα μου, τρελή μου τρέλα, τρέλα"
Κι ο κήπος την αγκάλιαζε με δυο χιλιάδες άνθη.

...................................................


Καρέκλα η βάρκα του-ταξίδευε. Πώς κάθονταν
επάνω στ' ανοιχτό νερό χωρίς να τραμπαλίζεται;
Πάνω στο γόνα του έγραφε, και τίποτα δεν κοίταζε.
Γύρω του χτύπαγαν τα κύματα και τα χαρτιά του δε βρεχόντανε.
Μεγάλος ήταν σαν τη μοναξιά, μόνο δυο μέτρα πιο γαλάζιος.


....................................................


Αντιγράφω απ την Αγγελική που κάλεσε σε εαρινή μάζωξη

Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Οσο μπορούμε.

«ω τι όμορφα σαν σμίγουνε, σαν αγαπιούνται οι ανθρώποι»

Αναμετάδοση

Έτος Ρίτσου - Επιτάφιος

Η Αγγελική Κώττη-Εαρινή Συμφωνία μας παροτρύνει να ασχοληθούμε με τον Ρίτσο αφού η επίσημη πολιτεία ..."αργεί". Έτσι κι αλλιώς, μια που πλησιάζει ο Μάιος, είχα σκοπό να ασχοληθώ λίγο μ' αυτό, γιατί Γιάννης Ρίτσος για μένα σημαίνει "Επιτάφιος".
Πρώτα και πάνω απ' όλα του τα έργα! Γιατί; Ήταν αυτό που πρωτοδιάβασα μαθήτρια του γυμνασίου πριν πολλά χρόνια και δεν έχει πάψει να με κάνει ν' ανατριχιάζω κάθε φορά που διαβάζω τους στίχους του.
Δεν θα γράψω στοιχεία για τη ζωή και το έργο του. Άλλωστε η Αγγελική έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο για τον Ρίτσο και το περιοδικό Ως3 έχει κάνει ένα ωραίο αφιέρωμα.
Μόνο αποσπάσματα από τον Επιτάφιο.




Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)

(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):

I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

...

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Το κυκλάμινο


TO ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ

Κυκλάμινο

Γιάννης Ρίτσος - Τὸ κυκλάμινο

Μικρὸ πουλὶ τριανταφυλλί,
δεμένο μὲ κλωστίτσα,
μὲ τὰ σγουρὰ φτεράκια του
στὸν ἥλιο πεταρίζει.
Κι ἂν τὸ τηράξεις μιὰ φορά,
θὰ σοῦ χαμογελάσει
κι ἂν τὸ τηράξεις δυὸ καὶ τρεῖς,
θ' ἀρχίσεις τὸ τραγούδι.